Ανοσοποιητικό σύστημα, αυτοάνοσα νοσήματα, μοριακός μιμητισμός και κάνναβη

Ανοσοποιητικό σύστημα, αυτοάνοσα νοσήματα, μοριακός μιμητισμός και κάνναβη

Ανοσοποιητικό σύστημα, αυτοάνοσα νοσήματα, μοριακός μιμητισμός και κάνναβη

Εισαγωγή
Ο οργανισμός μας έχει ένα βασικό αμυντικό σύστημα, το ανοσοποιητικό σύστημα. Μερικά όργανα, όπως το δέρμα (ναι είναι όργανο και μάλιστα το μεγαλύτερο) και το συκώτι είναι επίσης βασικά στην άμυνα του οργανισμού μας. Το ανοσοποιητικό σύστημα όμως, είναι αυτό που μας κρατά ζωντανούς απέναντι στους εισβολείς, όπως είναι οι μικροοργανισμοί, οι ιοί, τα βακτηρίδια, κτλ., ανάμεσα στα άλλα που κάνει για να μας βοηθήσει να επιζήσουμε από ότι μπορεί να μας απειλεί.

Το ανοσοποιητικό έχει έναν τρόπο να ανιχνεύει, να εντοπίζει, να αναγνωρίζει και να καταγράφει τους εχθρικούς μικροοργανισμούς που μπορεί να βρεθούν μέσα στο σώμα μας και να το μολύνουν μετατρέποντας μας σε ξενιστές. Ο τρόπος αυτός είναι αρκετά πολύπλοκος, αλλά βασικά “διαβάζει” τις χημικές ουσίες / ενώσεις στο περίβλημα των εχθρικών μικροοργανισμών και τις καταγράφει με την διαδικασία αντιγόνου – αντισώματος δημιουργώντας έτσι μια βάση δεδομένων με τις “ταυτότητες” των εχθρών.

Έτσι όταν οι στρατιώτες του ανοσοποιητικού βρεθούν απέναντι σε έναν αναγνωρισμένο εχθρό του επιτίθενται και τον καταστρέφουν. Τα εμβόλια είναι βασικά εξασθενημένοι εχθρικοί μικροοργανισμοί ή υλικό ταυτοποίησης από αυτούς, τόσο όσο να μπορέσει το ανοσοποιητικό να τους ταυτοποιήσει και να αναπτύξει έτσι αντισώματα που θα το βοηθούν να τους αναγνωρίζει όταν και άμα συμβεί να μολυνθούμε από κάποιους κανονικούς μικροοργανισμούς, αποκτάμε αυτό που ονομάζεται ανοσία σε αυτό που εμβολιαστήκαμε.

Δυστυχώς όμως αυτός ο τρόπος ταυτοποίησης δεν δουλεύει πάντα σωστά ή μάλλον δεν δουλεύει πάντα απόλυτα προς όφελός μας. Και εξηγώ.

Υπάρχουν δεκάδες ασθένειες και παθήσεις που τις ονομάζουμε αυτοάνοσες. Σε μια αυτοάνοση πάθηση το ανοσοποιητικό μας, λανθασμένα επιτίθεται σε κάποια δικά μας μέρη μέσα στο σώμα μας, σε κύτταρα ή ακόμα και σε περιοχές (πχ. μυελίνη). Ασθένειες όπως, πολλαπλή σκλήρυνση, ψωρίαση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, νόσος του Crohn, κοιλιοκάκη και πολλές άλλες[*], είναι μερικές από τις πιο γνωστές και πιο δύσκολες αυτοάνοσες ασθένειες. Καθώς το ίδιο μας το ανοσοποιητικό από αμυντικός μηχανισμός γίνεται εχθρός του οργανισμού μας δεν υπάρχει τρόπος το σώμα μας να αμυνθεί απέναντι σε αυτή την επίθεση εκ των έσω. Οι αυτοάνοσες ασθένειες είναι καταστροφικές και μπορούν να κάνουν τεράστια ζημιά στον οργανισμό και δεν υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστούν, οδηγώντας πολλές φορές τον ασθενή ακόμα και στον θάνατο.

[*] “Autoimmune Disease List” (Λίστα αυτοάνοσων ασθενειών) https://www.aarda.org/diseaselist/
Αγαμμασφαιριναιμία (Agammaglobulinemia)
Αγγειίτιδα (Vasculitis)
Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα (Ankylosing spondylitis)
Αιμολυτική αναιμία (Hemolytic anemia)
Αλωπεκία (Alopecia areata)
Αμυλοείδωση (Amyloidosis)
Αντι-GBM/Αντι-TBM νεφρίτιδα (Anti-GBM/Anti-TBM nephritis)
Αντιδραστική αρθρίτιδα (Reactive Arthritis)
Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (Antiphospholipid syndrome)
Αξονική και νευρωνική νευροπάθεια (Axonal & neuronal neuropathy (AMAN))
Αρτηρίτιδα του Takayasu (Takayasu’s arteritis)
Αυτοάνοση αμφιβληστροειδοπάθεια (Autoimmune retinopathy)
Αυτοάνοση δυσουνονομία (Autoimmune dysautonomia)
Αυτοάνοση εγκεφαλομυελίτιδα (Autoimmune encephalomyelitis)
Αυτοάνοση ηπατίτιδα (Autoimmune hepatitis)
Αυτοάνοση κνίδωση (Autoimmune urticaria)
Αυτοάνοση μυοκαρδίτιδα (Autoimmune myocarditis)
Αυτοάνοση νόσος του έσω ωτός [αυτιού] (Autoimmune inner ear disease (AIED))
Αυτοάνοση ορχίτιδα (Autoimmune orchitis)
Αυτοάνοση παγκρεατίτιδα (Autoimmune pancreatitis)
Αυτοάνοση ωοφωρίτιδα (Autoimmune oophoritis)
Αυτοανοσία σπέρματος και όρχεων (Sperm & testicular autoimmunity)
Αυτοάνοσο αγγειοοίδημα (Autoimmune angioedema)
Αχαλασία (Achalasia)
Βασική μικτή κρυογλοβουλνημία (Essential mixed cryoglobulinemia)
Γαγγραινώδες πυόδερμα (Pyoderma gangrenosum)
Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα (προσωρινή αρτηρίτιδα) (Giant cell arteritis (temporal arteritis))
Δερματίτιδα ερπετόμορφη (Dermatitis herpetiformis)
Δερματίτιδα προγεστερόνης (Progesterone dermatitis)
Δερματομυοσίτιδα (Dermatomyositis)
Διαβήτης τύπου 1 (Type 1 diabetes)
Διάμεση κυστίτιδα (Interstitial cystitis (IC))
Διαπυητική Ιδρωταδενίτιδα (Ανάστροφη ακμή) (Hidradenitis Suppurativa (HS) (Acne Inversa))
Δισκοειδής Λύκος (Discoid lupus)
Εγκάρσια μυελίτιδα (Transverse myelitis)
Έλκος του Mooren (Mooren’s ulcer)
Ελκώδης κολίτιδα (Ulcerative colitis (UC))
Ενδομητρίωση (Endometriosis)
Ενοχρωματικό ερύθημα (Erythema nodosum)
Ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα (Eosinophilic esophagitis (EoE))
Ηωσινοφιλική περιτονίτιδα (Eosinophilic fasciitis)
Θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (Thrombocytopenic purpura (TTP))
Θυρεοειδίτιδα Hashimoto (Hashimoto’s thyroiditis)
Ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (Immune thrombocytopenic purpura (ITP))
Ινομυαλγία (Fibromyalgia)
Καθαρή απλασία ερυθρωκυττάρων (Pure red cell aplasia (PRCA))
Κακοήθης αναιμία (Pernicious anemia (PA))
Καλοήθες πεμφιγοειδές των βλεννογόνων (Benign mucosal pemphigoid)
Κοιλιοκάκη (Celiac disease)
Κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα (Granulomatosis with Polyangiitis)
Κυτταρική μυοκαρδίτιδα (Giant cell myocarditis)
Κυψελιδική ίνωση (Fibrosing alveolitis)
Λειχηνοειδής πιτυρίαση (Lichen sclerosus)
Λεύκη (Vitiligo)
Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα (Leukocytoclastic vasculitis)
Μη διαφοροποιημένη νόσος συνδετικού ιστού (Undifferentiated connective tissue disease (UCTD))
Μικροσκοπική πολυαγγείωση (Microscopic polyangiitis (MPA))
Μικτή νόσος του συνδετικού ιστού (Mixed connective tissue disease (MCTD))
Μυασθένεια Gravis (Myasthenia gravis)
Μυοκαρδίτιδα Coxsackie (Coxsackie myocarditis)
Μυοσίτιδα (Myositis)
Μυοσίτιδα μετά εγκλείστων σωματίων (Inclusion body myositis (IBM))
Ναρκοληψία (Narcolepsy)
Νεανική αρθρίτιδα (Juvenile arthritis)
Νεανική μυοσίτιδα (Juvenile myositis (JM))
Νεανικός διαβήτης (Διαβήτης τύπου 1) (Juvenile diabetes (Type 1 diabetes))
Νεογνικός Λύκος (Neonatal Lupus)
Νεφροπάθεια IgA (IgA Nephropathy)
Νόσος γραμμικής εναπόθεσης IgA (Linear IgA disease (LAD))
Νόσος του Addison (Addison’s disease)
Νόσος του Adult Still (Adult Still’s disease)
Νόσος του Baló (Baló disease)
Νόσος του Behcet (Behcet’s disease)
Νόσος του Castleman (Castleman disease (CD))
Νόσος του Chagas (Chagas disease)
Νόσος του Crohn (Crohn’s disease)
Νόσος του Devic (οπτική νευρομυελίτιδα) (Devic’s disease (neuromyelitis optica))
Νόσος του Graves (Graves’ disease)
Νόσος του Meniere (Meniere’s disease)
Νόσος Kawasaki (Kawasaki disease)
Νόσος Mucha-Habermann (Mucha-Habermann disease)
Νόσος Vogt-Koyanagi-Harada (Vogt-Koyanagi-Harada Disease)
Ξυλώδης επιπεφυκίτιδα (Ligneous conjunctivitis)
Οζώδης πολυαρτηρίτιδα (Polyarteritis nodosa)
Ομαλός λειχήνας (Lichen planus)
Οπτική νευρίτιδα (Optic neuritis)
Οπτική νευρομυελίτιδα (Neuromyelitis optica)
Ουδετεροπενία (Neutropenia)
Οφθαλμικό επουλωτικό πεμφιγοειδές (Ocular cicatricial pemphigoid)
Παιδιατρικές αυτοάνοσες νευροψυχιατρικές διαταραχές που σχετίζονται με στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις (Pediatric autoimmune neuropsychiatric disorders associated with streptococcal infections, PANDAS)
Πάλθινο πεμφιγοειδές (Bullous pemphigoid)
Παλίνδρομος ρευματισμός (Palindromic rheumatism (PR))
Παλμπιγκοειδές (Cicatricial pemphigoid)
Παρανεοπλασματικός παρεγκεφαλιδικός εκφυλισμός (Paraneoplastic cerebellar degeneration (PCD))
Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία (Paroxysmal nocturnal hemoglobinuria (PNH))
Πέμφιγα (Pemphigus)
Περιγεννητική εγκεφαλομυελίτιδα (Perivenous encephalomyelitis)
Περιφερική νευροπάθεια (Peripheral neuropathy)
Περιφερική ραγοειδίτιδα (Pars planitis (peripheral uveitis))
Πολλαπλή σκλήρυνση ή Σκλήρυνση κατά πλάκας (Multiple sclerosis)
Πολυγρογχικά σύνδρομα τύπου Ι, ΙΙ, ΙΙΙ (Polyglandular syndromes type I, II, III)
Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (Multifocal Motor Neuropathy (MMN) ή MMNCB)
Πολυμυοσίτιδα (Polymyositis)
Πορφύρα Henoch-Schonlein (Henoch-Schonlein purpura (HSP))
Προσωρινή αρτηρίτιδα / Aρτηρίτιδα γιγαντιαίων κυττάρων (Temporal arteritis / Giant cell arteritis)
Πρωτοπαθής σκληρυνόμενη χολαγγειίτιδα (Primary sclerosing cholangitis)
Πρωτοπαθής χολική κίρρωση (Primary biliary cirrhosis)
Ραγοειδίτιδα (Uveitis)
Ρετροπεριτοναϊκή ίνωση (Retroperitoneal fibrosis)
Ρευματική πολυμυαλγία (Polymyalgia rheumatica)
Ρευματικός πυρετός (Rheumatic fever)
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (Rheumatoid arthritis)
Σαρκοείδωση (Sarcoidosis)
Σκληρίτιδα (Scleritis)
Σκληρόδερμα (Scleroderma)
Σκληρυντική νόσος σχετιζόμενη με IgG4 (IgG4-related sclerosing disease)
Σπειραματονεφρίτιδα (Glomerulonephritis)
Συγγενής κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Congenital heart block)
Συμπαθητική δυστροφία αντανακλαστικών (Reflex sympathetic dystrophy)
Συμπαθητική οφθαλμία (Sympathetic ophthalmia (SO))
Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών (Restless legs syndrome (RLS))
Σύνδρομο μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου (Postmyocardial infarction syndrome)
Σύνδρομο μετεπειρικής καρδιοτομίας (Postpericardiotomy syndrome)
Σύνδρομο σκληρού προσώπου (Stiff person syndrome (SPS))
Σύνδρομο Churg-Strauss ή Ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση (Churg-Strauss Syndrome (CSS) or Eosinophilic Granulomatosis (EGPA))
Σύνδρομο Cogan (Cogan’s syndrome)
Σύνδρομο CREST (CREST syndrome)
Σύνδρομο Dressler (Dressler’s syndrome)
Σύνδρομο Evans (Evans syndrome)
Σύνδρομο Goodpasture (Goodpasture’s syndrome)
Σύνδρομο Guillain-Barre (Guillain-Barre syndrome)
Σύνδρομο Lambert-Eaton (Lambert-Eaton syndrome)
Σύνδρομο Parry Romberg (Parry Romberg syndrome)
Σύνδρομο Parsonage-Turner (Parsonage-Turner syndrome)
Σύνδρομο POEMS (POEMS syndrome)
Σύνδρομο Schmidt (Schmidt syndrome)
Σύνδρομο Sjögren (Sjögren’s syndrome)
Σύνδρομο Susac (Susac’s syndrome)
Σύνδρομο Tolosa-Hunt (Tolosa-Hunt syndrome (THS))
Συστημικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) (Lupus)
Υπογαμμασφαιριναιμία (Hypogammalglobulinemia)
Υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα (Subacute bacterial endocarditis (SBE))
Υποτροπιάζουσα πολυχονδρίτιδα (Relapsing polychondritis)
Φαινόμενο Raynaud (Raynaud’s phenomenon)
Χειρουργικός έρπης ή Πεμφιγοειδές κύησης (Herpes gestationis or pemphigoid gestationis (PG))
Χρόνια επαναλαμβανόμενη πολυεστιακή οστεομυελίτιδα (Chronic recurrent multifocal osteomyelitis (CRMO))
Χρόνια νόσος του Lyme (Lyme disease chronic)
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια (Chronic inflammatory demyelinating polyneuropathy (CIDP))
Ψυχρή ασθένεια συγκολλητίνης (Cold agglutinin disease)
Ψωρίαση (Psoriasis)
Ψωριασική αρθρίτιδα (Psoriatic arthritis)

Όμως γιατί συμβαίνει αυτό; Ποιος είναι ο λόγος/η αιτία που ξεκινά και προκαλείται μια αυτοάνοση ασθένεια; Ο λόγος (ή έστω ένας από τους λόγους) είναι κάτι που λέγεται Μοριακός Μιμητισμός (Molecular Mimicry). Με όσο πιο απλό τρόπο περιγραφής γίνεται: Σε πολλές περιπτώσεις, στην κάψουλα (το κέλυφος ή περίβλημα) που υπάρχει γύρω από έναν ιό ή βακτηρίδιο για να το προστατεύει, υπάρχουν χημικές ενώσεις που μοιάζουν (μιμούνται) χημικές ενώσεις που υπάρχουν σε διάφορα κύτταρα ή τοποθεσίες στον οργανισμό μας, πχ. στην μυελίνη (την επένδυση που προστατεύει τον άξονα στα νευρικά κύτταρα, τους νευρώνες). Συνέπεια αυτού είναι το ανοσοποιητικό μας, με τον μηχανισμό ταυτοποίησης που διαθέτει, να αναγνωρίζει και να καταγράφει αυτές τις χημικές ενώσεις ως ταυτότητα αναγνώρισης εχθρικού μικροοργανισμού. Μπορεί δηλαδή κάποιος να κολλήσει γρίπη, δηλ. να προσβληθεί από έναν ιό γρίπης. Στην συνέχεια το ανοσοποιητικό του σύστημα στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει τον εχθρό, τον συγκεκριμένο ιό γρίπης, τον αναγνωρίζει και τον καταγράφει ταυτοποιώντας τις χημικές ενώσεις που έχει ο ιός στην κάψουλα του και όταν αυτές οι χημικές ενώσεις τύχει να μοιάζουν με κάποιες χημικές ενώσεις σε κάποια άλλα σημεία στο σώμα του, πλέον αυτά τα σημεία (κύτταρα ή άλλα μέρη του σώματος) αναγνωρίζονται από το ανοσοποιητικό του ως εχθροί. Έτσι κάθε φορά που το ανοσοποιητικό θα αναγνωρίζει (λανθασμένα) αυτές τις χημικές ενώσεις μέσα στον ίδιο τον οργανισμό θα νομίζει ότι είναι εχθροί και θα στέλνει τους στρατιώτες του να τους καταστρέψει νομίζοντας ότι το σώμα δέχεται επίθεση από εισβολείς, καταστρέφοντας όμως στην πραγματικότητα τον ίδιο τον οργανισμό που έχει ταχθεί να προστατεύσει.

Δυστυχώς η ιατρική δεν έχει βρει ακόμα τρόπο να αντιμετωπίσει επιτυχώς τις αυτοάνοσες ασθένειες. Μόνο με ημίμετρα, όπως με αντιφλεγμονώδη και με καταστολή του ανοσοποιητικού (που μπορεί να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα καθώς έτσι μειώνεται η άμυνα του οργανισμού ενάντια και σε πραγματικούς εχθρούς) και με αμφιβόλου επιτυχίας βιολογικούς παράγοντες ή με ανεπαρκή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλούν οι αυτοάνοσες ασθένειες.

Και εδώ είναι που έρχεται η κάνναβη και τα κανναβινοειδή. Το ενδοκανναβινοειδές μας σύστημα (ΕΚΣ) που επιτελεί βασικό ρυθμιστικό ρόλο στην λειτουργία του οργανισμού μας, μπορεί να κάνει αυτό που αποτελεί την καλύτερη και πιο επιτυχημένη λύση στις αυτοάνοσες ασθένειες, την λεγόμενη ανοσοδιαμόρφωση. Δηλ. με ρύθμιση σε επίπεδο κυττάρου προσπαθεί να κάνει το ανοσοποιητικό μας πιο προσεκτικό στο τι κάνει, επίσης επέμβει με έναν τέτοιο τρόπο που να προστατεύσει από την επίθεση του παραπλανημένου ανοσοποιητικού εκείνα τα μέρη του οργανισμού που δέχονται επίθεση. Έτσι και η άμυνα του οργανισμού παραμένει δυνατή για να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις άλλες πραγματικές απειλές και τα μέρη του οργανισμού που το ανοσοποιητικό θεωρεί εχθρούς να προστατεύονται. Τώρα το πώς το κάνει αυτό το ΕΚΣ μας… είναι στους επιστήμονες να το βρουν. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι το κάνει!!!

(Βασικά ξέρω πώς περίπου το κάνει, αλλά θα χρειαστώ μερικές σελίδες ακόμα για να σας πω).

Ακολουθούν 3 άρθρα από την Wikipedia, ένα για το ανοσοποιητικό σύστημα, ένα για τις αυτοάνοσες ασθένειες και ένα για τον μοριακό μιμητισμό, με αυτό το τελευταίο άρθρο να αποτελεί μια προσέγγιση στο ποια μπορεί να είναι η βασικότερη αιτία (η μια από τις πιο πιθανές αιτίες) της ύπαρξης των αυτοάνοσων ασθενειών.

Το ανοσοποιητικό σύστημα

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: “Immune system” https://en.wikipedia.org/wiki/Immune_system , From Wikipedia, the free encyclopedia)

Μία εικόνα από ηλεκτρονικό μικροσκόπιο ενός απλού ουδετερόφιλου (κίτρινο), που απορροφά βακτήρια άνθρακα (πορτοκαλί)

Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ένα οικείο (ενδογενές) σύστημα άμυνας που περιλαμβάνει πολλές βιολογικές δομές και διεργασίες εντός ενός οργανισμού και που προστατεύει από τις ασθένειες (όλα όσα αποτελούν έναν οργανισμό, πχ. το σώμα μας, ονομάζονται self). Για να λειτουργήσει σωστά, ένα ανοσοποιητικό σύστημα πρέπει να ανιχνεύσει μια μεγάλη ποικιλία παραγόντων, γνωστών ως παθογόνα, από ιούς έως παρασιτικούς σκώληκες (τα λεγόμενα non-self) και να τα διακρίνει από τον υγιή ιστό του οργανισμού. Σε πολλά είδη, υπάρχουν δύο σημαντικά υποσυστήματα του ανοσοποιητικού συστήματος: το έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα και το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα. Και τα δύο υποσυστήματα χρησιμοποιούν την χυμική ανοσία (δηλαδή την ανοσία που σχετίζεται με τα αντισώματα, χρησιμοποιείται το χυμική αντί του χημική γιατί η λέξη προέρχεται από τους χυμούς του σώματος και όχι από το χημικές ενώσεις) και την κυτταρομεσολαβούμενη ανοσία για την εκτέλεση των λειτουργιών τους. Στον άνθρωπο, ο φραγμός αίματος-εγκεφάλου, ο φραγμός αίματος-εγκεφαλονωτιαίου υγρού και παρόμοιοι φραγμοί ρευστών με τον εγκέφαλο διαχωρίζουν το περιφερικό ανοσοποιητικό σύστημα από το νευροανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο προστατεύει τον εγκέφαλο.

Τα παθογόνα μπορούν να εξελιχθούν και να προσαρμοστούν γρήγορα, αποφεύγοντας έτσι την ανίχνευση και την εξουδετέρωση από το ανοσοποιητικό σύστημα. Ωστόσο, πολλοί αμυντικοί μηχανισμοί έχουν επίσης εξελιχθεί για να αναγνωρίσουν και να εξουδετερώσουν τους παθογόνους παράγοντες. Ακόμη και οι απλοί μονοκύτταροι οργανισμοί όπως τα βακτήρια διαθέτουν ένα στοιχειώδες ανοσοποιητικό σύστημα με τη μορφή ενζύμων που τα προστατεύουν από λοιμώξεις από βακτηριοφάγους. Άλλοι βασικοί ανοσοποιητικοί μηχανισμοί εξελίχθηκαν στους αρχαίους ευκαρυώτες και παραμένουν στους σύγχρονους απογόνους τους, όπως είναι τα φυτά και τα ασπόνδυλα. Αυτοί οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη φαγοκυττάρωση, τα αντιμικροβιακά πεπτίδια που ονομάζονται αμυντικά και το συμπληρωματικό σύστημα. Τα σπονδυλωτά, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, έχουν ακόμη πιο εξελιγμένους μηχανισμούς άμυνας, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας προσαρμογής με την πάροδο του χρόνου για την αποτελεσματικότερη αναγνώριση συγκεκριμένων παθογόνων παραγόντων. Η προσαρμοστική (ή επίκτητη) ανοσία δημιουργεί ανοσολογική μνήμη μετά από μια αρχική απόκριση σε συγκεκριμένο παθογόνο, οδηγώντας σε ενισχυμένη ανταπόκριση σε επακόλουθες επαφές με το ίδιο παθογόνο. Αυτή η διαδικασία της επίκτητης ανοσίας είναι και η βάση του εμβολιασμού.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να οδηγήσουν σε αυτοάνοσες ασθένειες, φλεγμονώδεις ασθένειες και καρκίνο. Η ανοσοανεπάρκεια εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι λιγότερο ενεργό από το φυσιολογικό, με αποτέλεσμα την εμφάνιση επαναλαμβανόμενων και απειλητικών για τη ζωή λοιμώξεων. Στον άνθρωπο, η ανοσοανεπάρκεια μπορεί να είναι είτε αποτέλεσμα γενετικής νόσου όπως σοβαρή συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια, επίκτητες καταστάσεις όπως τον HIV/AIDS ή με τη χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων. Αντιθέτως, η αυτοανοσία προκύπτει από ένα υπερδραστικό ανοσοποιητικό σύστημα που επιτίθεται σε φυσιολογικούς ιστούς σαν αυτοί να ήταν ξένοι μικροοργανισμοί. Οι κοινές αυτοάνοσες ασθένειες περιλαμβάνουν τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) και αρκετές άλλες. Η ανοσολογία καλύπτει τη μελέτη όλων των πτυχών του ανοσοποιητικού συστήματος.

Διαστρωμάτωση της άμυνας
Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τους οργανισμούς από τη μόλυνση με πολυεπίπεδη άμυνα αυξανόμενης ειδικότητας. Με απλά λόγια, τα φυσικά εμπόδια, εμποδίζουν την είσοδο παθογόνων οργανισμών, όπως τα βακτήρια και οι ιοί, στον οργανισμό. Εάν ένα παθογόνο παραβιάσει αυτά τα εμπόδια, το έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα παρέχει μια άμεση αλλά μη ειδική απάντηση. Ενδογενή ανοσοποιητικά συστήματα βρίσκονται σε όλα τα φυτά και τα ζώα. Εάν τα παθογόνα αποφύγουν επιτυχώς την έμφυτη απόκριση, τα σπονδυλωτά διαθέτουν ένα δεύτερο στρώμα προστασίας, το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο ενεργοποιείται από την έμφυτη απόκριση. Εδώ, το ανοσοποιητικό σύστημα προσαρμόζει την απόκριση του κατά τη διάρκεια μιας μόλυνσης για να βελτιώσει την αναγνώριση του παθογόνου παράγοντα. Αυτή η βελτιωμένη απόκριση στη συνέχεια διατηρείται μετά την εξάλειψη του παθογόνου παράγοντα, με τη μορφή μίας ανοσολογικής μνήμης, και επιτρέπει στο προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα να τοποθετεί γρηγορότερες και ισχυρότερες επιθέσεις κάθε φορά που αντιμετωπίζεται αυτός ο παθογόνος παράγοντας.

Στοιχεία του ανοσοποιητικού συστήματος

Έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα
Η απάντηση είναι μη συγκεκριμένη
Η έκθεση οδηγεί σε άμεση μέγιστη ανταπόκριση
Κυτταρομεσολαβούμενα και χυμικά συστατικά
Δεν υπάρχει ανοσολογική μνήμη
Βρέθηκε σε όλες σχεδόν τις μορφές ζωής

Προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα
Ειδική απάντηση παθογόνου και αντιγόνου
Χρονική διάρκεια μεταξύ της έκθεσης και της μέγιστης απόκρισης
Κυτταρομεσολαβούμενα και χυμικά συστατικά
Η έκθεση οδηγεί σε ανοσολογική μνήμη
Βρέθηκε μόνο στα σπονδυλωτά

Τόσο η έμφυτη όσο και η προσαρμοστική ανοσία εξαρτώνται από την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να διακρίνει μεταξύ των οικείων (self) και μη οικείων (non-self) μορίων. Στην ανοσολογία, τα οικεία μόρια είναι εκείνα τα συστατικά του σώματος ενός οργανισμού που μπορούν να διακριθούν από τις ξένες ουσίες από το ανοσοποιητικό σύστημα. Αντιστρόφως, τα μη οικεία μόρια είναι αυτά που αναγνωρίζονται ως ξένα μόρια. Μία τάξη μη οικείων μορίων ονομάζονται αντιγόνα (σύντομη αναφορά για γεννήτριες αντισωμάτων) και ορίζονται ως ουσίες που δεσμεύονται σε συγκεκριμένους ανοσολογικούς υποδοχείς και προκαλούν ανοσοαπόκριση.

Τα νεογνά δεν έχουν πρότερη έκθεση σε μικρόβια και είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε λοίμωξη. Διάφορα στρώματα παθητικής προστασίας παρέχονται από τη μητέρα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ένας συγκεκριμένος τύπος αντισώματος, που ονομάζεται IgG, μεταφέρεται από τη μητέρα στο μωρό απευθείας στον πλακούντα, έτσι τα ανθρώπινα μωρά έχουν υψηλά επίπεδα αντισωμάτων ακόμη και κατά τη γέννηση, με το ίδιο φάσμα εξειδικευμένων αντιγόνων όπως και αυτά στην μητέρα τους. Το μητρικό γάλα ή το πρωτόγαλα περιέχει επίσης αντισώματα που μεταφέρονται στο έντερο του βρέφους και το προστατεύουν από βακτηριακές λοιμώξεις έως ότου το νεογέννητο να συνθέσει τα δικά του αντισώματα. Πρόκειται για παθητική ασυλία επειδή το έμβρυο δεν κάνει πραγματικά κύτταρα μνήμης ή αντισώματα παρά μόνο τα δανείζεται. Αυτή η παθητική ανοσία είναι συνήθως βραχυπρόθεσμη, διαρκεί από λίγες μέρες μέχρι μερικούς μήνες. Στην ιατρική, η προστατευτική παθητική ανοσία μπορεί επίσης να μεταφερθεί τεχνητά από το ένα άτομο στο άλλο μέσω του πλούσιου σε αντισώματα ορού.

Έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα
Οι μικροοργανισμοί ή οι τοξίνες που εισέρχονται με επιτυχία σε έναν οργανισμό συναντούν τα κύτταρα και τους μηχανισμούς του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος. Η έμφυτη απόκριση συνήθως ενεργοποιείται όταν τα μικρόβια εντοπίζονται από υποδοχείς αναγνώρισης προτύπων, οι οποίοι αναγνωρίζουν συστατικά που διατηρούνται μεταξύ ευρέων ομάδων μικροοργανισμών ή όταν τα κατεστραμμένα, τραυματισμένα ή αδυνατισμένα κύτταρα στέλνουν σήματα συναγερμού, πολλά από τα οποία (αλλά όχι όλα) αναγνωρίζονται από τους ίδιους υποδοχείς με εκείνους που αναγνωρίζουν τους παθογόνους παράγοντες. Οι εγγενείς ανοσοποιητικές άμυνες είναι μη ειδικές, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά τα συστήματα ανταποκρίνονται σε παθογόνους παράγοντες με γενικό τρόπο. Το σύστημα αυτό δεν παρέχει μακροχρόνια ανοσία έναντι ενός παθογόνου παράγοντα. Το έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα είναι το κυρίαρχο σύστημα υπεράσπισης των ξενιστών στους περισσότερους οργανισμούς.

Αναγνώριση μοτίβων από κύτταρα
Τα κύτταρα στο έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα χρησιμοποιούν υποδοχείς αναγνώρισης προτύπων (pattern recognition receptors, PRRs) για να αναγνωρίζουν μοριακές δομές που παράγονται από μικροβιακούς παθογόνους παράγοντες. Οι PRRs είναι αισθητήρες κωδικοποίησης βλαστικών σειρών, οι οποίοι ανιχνεύουν μόρια τυπικά για τους παθογόνους παράγοντες. Είναι πρωτεΐνες που εκφράζονται κυρίως από κύτταρα του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος, όπως δενδριτικά κύτταρα, μακροφάγα, μονοκύτταρα, ουδετερόφιλα και επιθηλιακά κύτταρα, για την αναγνώριση δύο κατηγοριών μορίων: τα σχετιζόμενα με τα παθογόνα μοριακά πρότυπα (pathogen-associated molecular patterns, PAMPs) , τα οποία σχετίζονται με μικροβιακούς παθογόνους παράγοντες και τα μοριακά πρότυπα που σχετίζονται με βλάβες (damage-associated molecular patterns, DAMPs), τα οποία σχετίζονται με συστατικά των κυττάρων του ξενιστή που απελευθερώνονται κατά τη διάρκεια κυτταρικής βλάβης ή κυτταρικού θανάτου.

Δεσμευτικοί υποδοχείς
Η αναγνώριση των σχετιζόμενων με εξωκυτταρικό ή ενδοσωμικό παθογόνο μοριακών προτύπων προκαλείται από διαμεμβρανικές πρωτεΐνες γνωστές ως υποδοχείς τύπου Toll (Toll-like Receptors, TLRs). Οι TLRs μοιράζονται ένα τυπικό δομικό μοτίβο, τις επαναλήψεις πλούσιες σε λευκίνη (Leucine rich repeats, LRR), οι οποίες τους δίνουν την ιδιαίτερη εμφάνιση και είναι επίσης υπεύθυνες για τη λειτουργικότητα των TLRs. Οι υποδοχείς που ομοιάζουν με το δέκτη ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά στη Drosophila και πυροδότησαν τη σύνθεση και την έκκριση κυτοκινών και την ενεργοποίηση άλλων προγραμμάτων άμυνας του ξενιστή που είναι απαραίτητα τόσο για τις έμφυτες όσο και για τις προσαρμοστικές ανοσολογικές αντιδράσεις. Μέχρι σήμερα, δέκα λειτουργικά μέλη της οικογένειας TLRs έχουν περιγραφεί στους ανθρώπους.

Κυτοσολικοί υποδοχείς
Τα κύτταρα στο έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα έχουν υποδοχείς αναγνώρισης προτύπων που ανιχνεύουν μόλυνση ή κυτταρική βλάβη στο κυτταρόπλασμα. Τρεις κύριες κατηγορίες αυτών των υποδοχέων κυτοσολίων είναι υποδοχείς τύπου NOD, RIG (παρόμοιοι με το ρετινοϊκό οξύ) υποδοχείς και αισθητήρες κυτοσολικού DNA.

Φλεγμονώματα
Τα φλεγμονώματα είναι σύμπλοκα πολυπρωτεϊνών (αποτελούνται από ένα NLR, την πρωτεΐνη προσαρμογής ASC και το μόριο τελεστή pro-caspase-1) που σχηματίζονται σε απόκριση σε κυτοσολικά PAMPs και DAMPs, η λειτουργία των οποίων είναι η δημιουργία ενεργών μορφών των φλεγμονωδών κυτοκινών IL-1 β και IL-18.

Επιφανειακά εμπόδια
Πολλά εμπόδια προστατεύουν τους οργανισμούς από τη μόλυνση, συμπεριλαμβανομένων μηχανικών, χημικών και βιολογικών φραγμών. Η κηρώδης επιδερμίδα των περισσότερων φύλλων, ο εξωσκελετός των εντόμων, τα κελύφη και οι μεμβράνες των εξωτερικής εναπόθεσης αυγών και το δέρμα αποτελούν παραδείγματα μηχανικών φραγμών που αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας έναντι μιας λοίμωξης. Ωστόσο, καθώς οι οργανισμοί δεν μπορούν να σφραγιστούν πλήρως από το περιβάλλον τους, άλλα συστήματα δρουν για την προστασία των ανοιγμάτων του σώματος, όπως οι πνεύμονες, τα έντερα και η ουρογεννητική οδός. Στους πνεύμονες, ο βήχας και το φτέρνισμα εκτοξεύουν μηχανικά παθογόνους παράγοντες και άλλους ερεθιστικούς παράγοντες μακριά από την αναπνευστική οδό. Η δράση έκπλυσης των δακρύων και των ούρων εξουδετερώνει επίσης μηχανικά τους παθογόνους παράγοντες, ενώ η βλέννα που εκκρίνεται από την αναπνευστική και γαστρεντερική οδό χρησιμεύει για την παγίδευση και την εμπλοκή μικροοργανισμών.

Τα χημικά εμπόδια προστατεύουν επίσης από τη μόλυνση. Το δέρμα και η αναπνευστική οδός εκκρίνουν αντιμικροβιακά πεπτίδια όπως οι β-αμυντικές ενώσεις. Τα ένζυμα όπως η λυσοζύμη και η φωσφολιπάση Α2 στο σάλιο, στα δάκρυα και στο μητρικό γάλα είναι επίσης αντιβακτηριακά. Οι κολπικές εκκρίσεις χρησιμεύουν ως ένα χημικό φράγμα μετά την εκκίνηση της έμμηνου ρήσης, όταν γίνονται ελαφρώς όξινες, ενώ το σπέρμα περιέχει αμυντικές ενώσεις και ψευδάργυρο για να σκοτώσει τους παθογόνους παράγοντες. Στο στομάχι, το γαστρικό οξύ χρησιμεύει ως μια ισχυρή χημική άμυνα κατά των παθογόνων που έχουν εισέλθει με κατάποση.

Στο εσωτερικό των ουρογεννητικών και γαστρεντερικών οδών, η συντροφική χλωρίδα χρησιμεύει ως βιολογικά εμπόδια, ανταγωνιζόμενη παθογόνα βακτήρια για τροφή και χώρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταβάλλοντας τις συνθήκες στο περιβάλλον τους, όπως το ρΗ ή τον διαθέσιμο σίδηρο. Ως αποτέλεσμα του συμβιωτικής σχέσης μεταξύ της συντροφικής χλωρίδας και του ανοσοποιητικού συστήματος, μειώνεται η πιθανότητα οι παθογόνοι οργανισμοί να φθάσουν σε επαρκείς αριθμούς για να προκαλέσουν ασθένεια. Ωστόσο, επειδή τα περισσότερα αντιβιοτικά δεν στοχεύουν ειδικά βακτήρια και δεν επηρεάζουν τους μύκητες, τα από του στόματος αντιβιοτικά μπορούν να οδηγήσουν σε “υπερανάπτυξη” μυκήτων και να προκαλέσουν καταστάσεις όπως κολπική καντιντίαση (μόλυνση ζύμης). Υπάρχουν καλά αποδεικτικά στοιχεία ότι η επανεισαγωγή της προβιοτικής χλωρίδας, όπως οι καθαρές καλλιέργειες των γαλακτοβακίλλων που βρίσκονται κανονικά στο μη παστεριωμένο γιαούρτι, συμβάλλει στην αποκατάσταση μιας υγιούς ισορροπίας μικροβιακών πληθυσμών σε εντερικές λοιμώξεις στα παιδιά και στην ενθάρρυνση προκαταρκτικών δεδομένων σε μελέτες βακτηριακής γαστρεντερίτιδας, σε φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, σε λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος και σε μετα-χειρουργικές λοιμώξεις.

Κυτταρικά συστατικά

Μια εικόνα ηλεκτρονικού μικροσκοπίου με φυσιολογικό ανθρώπινο αίμα που κυκλοφορεί. Μπορούν να παρατηρηθούν ερυθρά αιμοσφαίρια, μερικά λευκά αιμοσφαίρια, συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων, ένα μονοκύτταρο, ένα ουδετερόφιλο και πολλά μικρά αιμοπετάλια σε σχήμα δίσκου.

Τα λευκοκύτταρα (λευκά αιμοσφαίρια) δρουν σαν ανεξάρτητοι, μονοκύτταροι οργανισμοί και είναι ο δεύτερος βραχίονας του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος. Τα έμφυτα λευκοκύτταρα περιλαμβάνουν τα φαγοκύτταρα (μακροφάγα, ουδετερόφιλα και δενδριτικά κύτταρα), έμφυτα λεμφοειδή κύτταρα, μαστοκύτταρα, ηωσινόφιλα, βασεόφιλα και φυσικά κύτταρα φονιάδες. Αυτά τα κύτταρα ταυτοποιούν και εξαλείφουν τους παθογόνους οργανισμούς, είτε προσβάλλοντας μεγαλύτερα παθογόνα μέσω της επαφής είτε με κατακλυσμό και στη συνέχεια θανάτωση μικροοργανισμών. Τα ενδογενή κύτταρα είναι επίσης σημαντικοί μεσολαβητές στην ανάπτυξη λεμφοειδών οργάνων και στην ενεργοποίηση του προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Η φαγοκυττάρωση είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της κυτταρικής εγγενούς ανοσίας που εκτελείται από κύτταρα που ονομάζονται φαγοκύτταρα που κατακλύζουν ή τρώνε παθογόνα ή σωματίδια. Τα φαγοκύτταρα γενικά περιπολούν το σώμα αναζητώντας παθογόνα, αλλά μπορούν να καλούνται σε συγκεκριμένες θέσεις από κυτοκίνες. Μόλις ένα παθογόνο έχει απορροφηθεί από ένα φαγοκύτταρο, παγιδεύεται σε ένα ενδοκυτταρικό κυστίδιο που ονομάζεται φαγόσωμα, το οποίο στη συνέχεια συντήκεται με ένα άλλο κυστίδιο που ονομάζεται λυσοσόμημα για να σχηματίσει ένα φαγολυσόσωμα. Το παθογόνο θανατώνεται από τη δραστηριότητα των πεπτικών ενζύμων ή μετά από αναπνευστική έκρηξη που απελευθερώνει ελεύθερες ρίζες στο φαγολυσόσωμα. Η φαγοκυττάρωση εξελίχθηκε ως μέσο για την απόκτηση θρεπτικών συστατικών, αλλά ο ρόλος αυτός επεκτάθηκε στα φαγοκύτταρα για να συμπεριλάβει την καταπόνηση των παθογόνων ως έναν αμυντικό μηχανισμό. Η φαγοκυττάρωση πιθανόν αντιπροσωπεύει την παλαιότερη μορφή άμυνας του ξενιστή, καθώς τα φαγοκύτταρα έχουν ταυτοποιηθεί σε σπονδυλωτά και ασπόνδυλα ζώα.

Φαγοκύτταρα
Τα ουδετερόφιλα και τα μακροφάγα είναι φαγοκύτταρα που ταξιδεύουν σε ολόκληρο το σώμα σε καταδίωξη παθογόνων που τυχόν έχουν εισβάλει. Τα ουδετερόφιλα βρίσκονται κανονικά στην κυκλοφορία του αίματος και είναι ο πιο άφθονος τύπος φαγοκυττάρου, που αντιπροσωπεύει φυσιολογικά το 50% έως 60% των συνολικών κυκλοφορούντων λευκοκυττάρων και αποτελείται από υποπληθυσμούς ουδετερόφιλων-δολοφόνων και ουδετεροφίλων-εντοπιστών. Κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης φλεγμονής, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα βακτηριακής μόλυνσης, τα ουδετερόφιλα μεταναστεύουν προς τη θέση της φλεγμονής σε μια διαδικασία που ονομάζεται χημειοταξία και είναι συνήθως τα πρώτα κύτταρα που φθάνουν στο σημείο της λοίμωξης. Τα μακροφάγα είναι πολυδύναμα κύτταρα που βρίσκονται μέσα στους ιστούς και παράγουν μια ευρεία σειρά χημικών, συμπεριλαμβανομένων των ενζύμων, των συμπληρωματικών πρωτεϊνών και των κυτοκινών, ενώ μπορούν επίσης να δράσουν ως σαρωτές που απαλλάσσουν το σώμα από φθαρμένα κύτταρα και άλλα συντρίμματα και ως κύτταρα που παρουσιάζουν αντιγόνο που ενεργοποιούν το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα.

Δενδριτικά κύτταρα
Τα δενδριτικά κύτταρα (Dendritic cells, DC) είναι φαγοκύτταρα σε ιστούς που έρχονται σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον, επομένως, βρίσκονται κυρίως στο δέρμα, τη μύτη, τους πνεύμονες, το στομάχι και τα έντερα. Ονομάζονται έτσι για την ομοιότητά τους με τους νευρώνες δενδριτών, καθώς και τα δύο έχουν πολλές σπονδυλικές προβολές, αλλά τα δενδριτικά κύτταρα δεν συνδέονται καθόλου με το νευρικό σύστημα. Τα δενδριτικά κύτταρα χρησιμεύουν ως σύνδεσμος μεταξύ των σωματικών ιστών και του έμφυτου και προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς παρουσιάζουν αντιγόνα στα Τ κύτταρα, έναν από τους βασικούς κυτταρικούς τύπους του προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Κοκκιοκύτταρα
Τα κοκκιοκύτταρα είναι λευκοκύτταρα που έχουν κοκκία στο κυτταρόπλασμα τους. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα ουδετερόφιλα, τα μαστοκύτταρα, τα βασεόφιλα και τα ηωσινόφιλα. Τα μαστοκύτταρα βρίσκονται σε συνδετικούς ιστούς και βλεννογόνους και ρυθμίζουν την φλεγμονώδη απόκριση. Συνήθως συνδέονται με την αλλεργία και την αναφυλαξία. Τα βασεόφιλα και τα ηωσινόφιλα σχετίζονται με τα ουδετερόφιλα. Εκκρίνουν χημικούς μεσολαβητές που εμπλέκονται στην υπεράσπιση έναντι των παρασίτων και παίζουν ρόλο σε αλλεργικές αντιδράσεις, όπως το άσθμα.

Ενδογενή λεμφοειδή κύτταρα
Τα ενδογενή λεμφοειδή κύτταρα (Innate lymphoid cells, ILCs) είναι μια ομάδα εγγενών ανοσοκυττάρων που προέρχονται από κοινό λεμφικό πρόγονο (lymphoid progenitor, CLP) και ανήκουν στην οικογένεια των λεμφοειδών. Αυτά τα κύτταρα ορίζονται από την απουσία αντιγόνου ειδικού υποδοχέα Β ή Τ κυττάρου εξαιτίας της έλλειψης γονιδίου ενεργοποίησης ανασυνδυασμού (recombination activating gene, RAG). Τα ILCs δεν εκφράζουν μυελοειδείς ή δενδριτικούς κυτταρικούς δείκτες.

Τα φυσικά κύτταρα δολοφόνοι (Natural killer cells), ένα από τα ILC μέλη, είναι λεμφοκύτταρα και ένα συστατικό του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος το οποίο δεν προσβάλλει απευθείας τα εισβάλλοντα μικρόβια. Αντίθετα, τα NK κύτταρα καταστρέφουν τα υποβαθμισμένα κύτταρα-ξενιστές, όπως κύτταρα όγκου ή κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό, αναγνωρίζοντας τέτοια κύτταρα με μια κατάσταση γνωστή ως “missing self”. Αυτός ο όρος περιγράφει κύτταρα με χαμηλά επίπεδα δείκτη κυτταρικής επιφάνειας που ονομάζεται MHC I (major histocompatibility complex / κύριο σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας), μια κατάσταση που μπορεί να προκύψει σε ιογενείς λοιμώξεις των κυττάρων-ξενιστών. Ονομάστηκαν “φυσικοί δολοφόνοι” εξαιτίας της αρχικής ιδέας ότι δεν απαιτούν ενεργοποίηση για να σκοτώσουν τα κύτταρα που είναι σε κατάσταση “missing self”. Για πολλά χρόνια δεν ήταν σαφές πώς τα κύτταρα NK αναγνωρίζουν κύτταρα όγκου και μολυσμένα κύτταρα. Είναι τώρα γνωστό ότι η σύνθεση MHC στην επιφάνεια αυτών των κυττάρων μεταβάλλεται και τα κύτταρα ΝΚ ενεργοποιούνται μέσω της αναγνώρισης της κατάστασης “missing self”. Τα φυσιολογικά κύτταρα του σώματος δεν αναγνωρίζονται και δεν προσβάλλονται από τα κύτταρα ΝΚ επειδή εκφράζουν ανέπαφα τα MHC αντιγόνα. Αυτά τα MHC αντιγόνα αναγνωρίζονται από τους υποδοχείς ανοσοσφαιρίνης των κυττάρων δολοφόνων (killer cell immunoglobulin receptors, KIR) που ουσιαστικά φρενάρουν τα κύτταρα ΝΚ.

Φλεγμονή
Η φλεγμονή είναι μια από τις πρώτες απαντήσεις/αποκρίσεις του ανοσοποιητικού συστήματος σε λοίμωξη. Τα συμπτώματα της φλεγμονής είναι ερυθρότητα, οίδημα, θερμότητα και πόνος, τα οποία προκαλούνται από αυξημένη ροή αίματος σε ιστό. Η φλεγμονή παράγεται από εικοσανοειδή και κυτοκίνες, τα οποία απελευθερώνονται από τραυματισμένα ή μολυσμένα κύτταρα. Τα εικοσανοειδή περιλαμβάνουν προσταγλανδίνες που προκαλούν πυρετό και διαστολή αιμοφόρων αγγείων που σχετίζονται με φλεγμονή και λευκοτριένια που προσελκύουν ορισμένα λευκά αιμοσφαίρια (λευκοκύτταρα). Οι κοινές κυτοκίνες περιλαμβάνουν τις ιντερλευκίνες που είναι υπεύθυνες για την επικοινωνία μεταξύ των λευκών αιμοσφαιρίων, τις χημειοκίνες που προάγουν χημειοταξία και τις ιντερφερόνες που έχουν αντι-ιικές επιδράσεις, όπως διακοπή της πρωτεϊνικής σύνθεσης στο κύτταρο ξενιστή. Μπορούν επίσης να απελευθερωθούν παράγοντες ανάπτυξης και κυτταροτοξικοί παράγοντες. Αυτές οι κυτοκίνες και άλλες χημικές ουσίες προσλαμβάνουν κύτταρα ανοσίας στο σημείο της λοίμωξης και προάγουν την επούλωση οποιουδήποτε κατεστραμμένου ιστού μετά την απομάκρυνση των παθογόνων.

Συμπληρωματικό σύστημα
Το συμπληρωματικό σύστημα είναι ένας βιοχημικός καταρράκτης που προσβάλλει τις επιφάνειες ξένων κυττάρων. Περιέχει πάνω από 20 διαφορετικές πρωτεΐνες και ονομάζεται έτσι λόγω της ικανότητάς του να “συμπληρώνει” τη θανάτωση των παθογόνων με αντισώματα. Το συμπληρωματικό είναι το κύριο χυμικό συστατικό της έμφυτης ανοσοαπόκρισης. Πολλά είδη έχουν συμπληρωματικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των μη θηλαστικών όπως τα φυτά, τα ψάρια και μερικά ασπόνδυλα.

Στον άνθρωπο, αυτή η απόκριση ενεργοποιείται με συμπληρωματική δέσμευση στα αντισώματα που έχουν προσδεθεί σε αυτά τα μικρόβια ή τη δέσμευση πρωτεϊνών συμπληρώματος σε υδατάνθρακες στις επιφάνειες των μικροβίων. Αυτό το σήμα αναγνώρισης ενεργοποιεί μια γρήγορη απόκριση θανάτου. Η ταχύτητα της απόκρισης είναι ένα αποτέλεσμα ενίσχυσης σήματος που συμβαίνει μετά από διαδοχική πρωτεολυτική ενεργοποίηση μορίων συμπληρώματος, που είναι επίσης πρωτεάσες. Αφού οι πρωτεΐνες του συμπληρώματος αρχικά δεσμεύονται στο μικρόβιο, ενεργοποιούν τη δραστικότητα πρωτεάσης τους, η οποία με τη σειρά της ενεργοποιεί άλλες πρωτεάσες συμπληρώματος και ούτω καθεξής. Αυτό παράγει έναν καταλυτικό καταρράκτη που ενισχύει το αρχικό σήμα με ελεγχόμενη θετική ανατροφοδότηση. Ο καταρράκτης έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή πεπτιδίων που προσελκύουν ανοσοκύτταρα, αυξάνουν την αγγειακή διαπερατότητα και καταδεικνύουν την επιφάνεια ενός παθογόνου, χαρακτηρίζοντάς το για καταστροφή. Αυτή η εναπόθεση συμπληρώματος μπορεί επίσης να εξοντώσει τα κύτταρα απευθείας μέσω της ρήξης της μεμβράνης πλάσματος τους.

Η συνέχεια του άρθρου σε μορφή pdf εδώ

Close Menu
×

Cart