Κάνναβη: μια πύλη για την ιατρική με βότανα

Κάνναβη: μια πύλη για την ιατρική με βότανα

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: PROJECT CBD, “CANNABIS: GATEWAY TO HERBAL MEDICINE”, https://www.projectcbd.org/…/other-plants-work-like-cannabis , BY ADRIAN DEVITT-LEE, ON MAY 15, 2019)

Δεκάδες φυτά, και όχι μόνο η κάνναβη, περιέχουν ενώσεις που αλληλεπιδρούν με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα

Το ανθρώπινο ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ΕΚΣ) (endocannabinoid system, ECS) ονομάζεται έτσι επειδή ανταποκρίνεται στις ενώσεις της κάνναβης. Αλλά η κάνναβη δεν είναι ο μόνος ρυθμιστής του, υπάρχει μια πληθώρα μορίων που προέρχονται από φυτά ή ακόμη και από μονοκύτταρους οργανισμούς που αλληλεπιδρούν με το ΕΚΣ.
[1] “Endocannabinoid System” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα) https://www.projectcbd.org/cannabis-…/endocannabinoid-system
[2] “Cannabis” (Κάνναβη) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/cannabis


Ιταλοί και Σουηδοί επιστήμονες δημοσίευσαν μια ανασκόπηση το 2019 στο Planta που περιγράφει τα “κανναβιμιμητικά” φυτά[3]. Αυτά τα φυτά δεν είναι ψευτο-κάνναβη, αλλά παράγουν ενδιαφέρουσες χημικές ουσίες που αλληλεπιδρούν με το ΕΚΣ, ένα θεμελιώδες σύστημα για όλους τους σπονδυλωτούς οργανισμούς.
[3] Kumar A, Premoli M, Aria F, Bonini SAMaccarinelli G, Gianoncelli A, Memo M, Mastinu A “Cannabimimetic plants: are they new cannabinoidergic modulators?” (Τα κανναβιμιμητικά φυτά: Είναι μήπως οι νέοι κανναβινοειδείς διαμορφωτές;) Planta. 2019 Jun;249(6):1681-1694.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30877436
Περίληψη
“Τα φυτοχημικά και οι δευτερογενείς μεταβολίτες που είναι σε θέση να αλληλεπιδράσουν με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (τα λεγόμενα κανναβιμιμητικά / cannabimimetics) έχουν περιγραφεί πρόσφατα σε ένα ευρύ φάσμα φυτών και καρπών. Αυτά τα ευρήματα μπορούν να ανοίξουν νέες εναλλακτικές κατευθύνσεις για την εξερεύνηση της ανάπτυξης νέων θεραπευτικών ενώσεων. Τα κανναβινοειδή ρυθμίζουν πολλές φυσιολογικές και παθολογικές λειτουργίες τόσο στα ζώα όσο και στα φυτά. Η cannabis sativa είναι το κύριο φυτό που παράγει φυτοκανναβινοειδή μέσα σε ρητίνες ικανές να υπερασπίσουν το φυτό από την επιθετικότητα των παρασίτων και των φυτοφάγων. Τα ζώα παράγουν ανανδαμίδιο και 2-αραχιδονυλογλυκερόλη, τα οποία χάρη στη δέσμευση με κύριους υποδοχείς όπως ο κανναβινοειδής υποδοχέας τύπου 1 (CB1R) και ο κανναβινοειδής υποδοχέας τύπου 2 (CB2R) εμπλέκονται στις διαδικασίες φλεγμονής και σε διάφορες λειτουργίες του εγκεφάλου. Τα ενδογενή κανναβινοειδή, τα ένζυμα για τη σύνθεση και την αποικοδόμηση των κανναβινοειδών και οι CB1R και CB2R αποτελούν το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ΕΚΣ). Άλλα φυτά μπορούν να παράγουν μόρια που μοιάζουν με κανναβινοειδή όπως το περροττετινένιο (perrottetinene) που εξάγεται από το Radula perrottetii (μια ποικιλία από τα βρύα Radula) ή το ανανδαμίδιο και η 2-αραχιδονυλογλυκερόλη που εξάγεται από μερικά βρυόφυτα. Επιπλέον, αρκετοί άλλοι δευτερογενείς μεταβολίτες μπορούν επίσης να αλληλεπιδράσουν με το ΕΚΣ των ζώων και να χαρακτηριστούν με την ονομασία κανναβιμιμητικά. Αυτά τα φυτοεκχυλίσματα που δεν προέρχονται από το φυτό Cannabis sativa μπορούν να δράσουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές υποδοχέων ή αναστολείς ενζύμων του ΕΚΣ και μπορούν να εμπλακούν στη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, τον καρκίνο και τη νευροπροστασία. Τέλος, δεδομένης της εξελικτικής ετερογένειας των κανναβιμιμητικών φυτών, ορισμένοι συγγραφείς σκέφτηκαν τη συναρπαστική θεωρία της εξελικτικής σύγκλισης μεταξύ φυτών και ζώων σχετικά με τις βιολογικές λειτουργίες του ΕΚΣ. Η ανασκόπηση αποσκοπεί στην παροχή μιας κριτικής και πλήρους εκτίμησης των βοτανικών, χημικών και θεραπευτικών πτυχών των κανναβιμιμητικών φυτών για να εκτιμηθεί η εξάπλωσή τους στον κόσμο και η θεραπευτική τους δυνατότητα.
Συμπεράσματα
Στη φύση, εκπληκτικά πολλά μόρια δρουν στο ΕΚΣ μέσω των υποδοχέων κανναβινοειδών, ενζύμων αποικοδόμησης ή σύνθεσης. Αυτά τα μόρια ονομάζονται “κανναβιμιμητικά”. Είναι χημικώς διαφορετικά και εκχυλίζονται, απομονώνονται και χαρακτηρίζονται σε διαφορετικά φυτά, αλλά έχουν την κοινή δυνατότητα να ενεργούν στο ΕΚΣ. Μεταξύ αυτών των κανναβιμιμητικών, μερικά μόρια όπως το πιπέρι, η κουρκουμίνη και η καμπεφερόλη είναι βασικά μπαχαρικά / συστατικά κουζίνας σε πολλά μέρη του κόσμου. Άλλα δεν είναι βρώσιμα για τον άνθρωπο, αλλά μπορούν να παράγουν δευτερογενείς μεταβολίτες που θα μπορούσαν να δράσουν σε ένζυμα υπεύθυνα για την αποικοδόμηση ή σύνθεση των κανναβινοειδών και να τροποποιήσουν έτσι τον τόνο / τις δράσεις τους. Η ύπαρξη πολλών μορίων, που ενδεχομένως διαμορφώνουν το ΕΚΣ, παραμένει μια ενδιαφέρουσα αλλά ακόμα αναπάντητη ερώτηση ανοιχτή για εικασίες. Πράγματι, από μια εξελικτική άποψη, ήταν εκπληκτικό το γεγονός ότι τα φυτά και τα ζώα παρήγαγαν και τα δυο κανναβινοειδή, αλλά μόνο τα ζώα (αλλά όχι όλα) ήταν εξοπλισμένα με όλα τα συστατικά του ΕΚΣ, κυρίως υποδοχείς. Συγκεκριμένα, ορισμένοι συγγραφείς υποθέτουν ότι τα ενδοκανναβινοειδή εμφανίστηκαν πριν από περισσότερα από 600 εκατομμύρια χρόνια, αλλά ο πρώτος υποδοχέας τύπου CBCR CB1 εμφανίστηκε στα bilaterians πριν από 500 εκατομμύρια χρόνια. Ορισμένα φυτά, ειδικά τα παλαιότερα, ήταν ικανά να παράγουν αραχιδονικό οξύ και ανανδαμίδιο αλλά αυτή η ικανότητα χάθηκε στα ανώτερα φυτά. Τα έντομα στερούνται επίσης υποδοχείς, αλλά παράγουν ενδοκανναβινοειδή, ίσως ως μια αμυντική ανταπόκριση όπως κάνουν τα φυτά έναντι των αρπακτικών που εκφράζουν υποδοχείς CB. Στην πραγματικότητα, ορισμένοι συγγραφείς πρότειναν την εξελικτική σύγκλιση στις στρατηγικές που υιοθετήθηκαν από ορισμένα φυτά και ζώα για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους από τα αρπακτικά και τα παράσιτα μέσω των κανναβινοειδών. Στα θηλαστικά και στους ανθρώπους, η εξέλιξη του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος έχει φτάσει, ίσως, στην αιχμή του. Συγκεκριμένα, οι TRPV1 και GPR55 είναι οι τελευταίοι τύποι δύο υποδοχέων που παρατηρούνται στα θηλαστικά που ήταν σε θέση να ρυθμίσουν την κανναβινοειδή απόκριση. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η εξέλιξη και η εμφάνιση των γεωργικών πρακτικών καθώς και η μεγάλη μετανάστευση του Homo sapiens σε ολόκληρο τον πλανήτη με διαφορετικές συνθήκες επιβίωσης συνέβαλαν στην πολύπλοκη οργάνωση και διανομή του ΕΚΣ στους ανθρώπους. Ωστόσο, ορισμένα θέματα παραμένουν ανεξερεύνητα και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Ειδικότερα, για το γιατί ορισμένα προγονικά φυτά παράγουν κανναβινοειδή που υπάρχουν στα ζώα και γιατί αυτά χάθηκαν στα ανώτερα φυτά με την πάροδο του χρόνου.
Συμπερασματικά, στο μέλλον, θα χρειαστεί ένας λεπτομερής φαρμακοκινητικός χαρακτηρισμός των διαφόρων κανναβιμιμητικών, προκειμένου να κατανοηθούν οι μηχανισμοί δράσης που υποκρύπτουν τις πιθανές θεραπευτικές επιδράσεις τους”.

Οι συγγραφείς ερεύνησαν δεκάδες φυτικά είδη που παράγουν συνολικά περίπου 50 μόρια (χημικές ενώσεις) που σχετίζονται με κανναβινοειδή[4]. Αρκετά από αυτά τα βότανα έχουν χρησιμοποιηθεί ως παραδοσιακά φάρμακα εδώ και αιώνες και τα ιατρικά τους αποτελέσματα ευθυγραμμίζονται με τη σύγχρονη αντίληψη μας για τον θεμελιώδη ρόλο του ΕΚΣ σε πολλές ασθένειες. Ορισμένα φυτά παράγουν ακόμη και τα ανθρώπινα ενδοκανναβινοειδή ανανδαμίδιο[5] και 2-AG, αν και δεν υπάρχει γνωστό φυτό που να έχει υποδοχείς κανναβινοειδών.
[4] “Cannabinoid” (Κανναβινοειδές) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/cannabinoid
[5] “Anandamine” (Ανανδαμίδιο) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/anandamide

Η κερκετίνη (quercetin), που απαντάται σε κατιφέδες (marigolds) και πολλά καρποφόρα φυτά, μπορεί να αυξήσει την έκφραση των υποδοχέων κανναβινοειδών CB1 στο σώμα. Έχει μελετηθεί ως διαιτητικό θρεπτικό συστατικό που προστατεύει από καρδιαγγειακές και μεταβολικές διαταραχές. Η ρεσβερατρόλη (resveratrol), ένα αντιοξειδωτικό που βρίσκεται στα κόκκινα σταφύλια, τα φιστίκια και άλλα είδη φυτών, αλληλεπιδρά επίσης με τους υποδοχείς CB1. Αλλά τα αποτελέσματά του δεν είναι καθόλου σαφή.

Μία μελέτη[6] διαπίστωσε ότι η ρεσβερατρόλη (που συχνά είναι ένας καλός λόγος για την κατανάλωση κόκκινου κρασιού) αυξάνει την έκφραση των υποδοχέων CB1 και CB2 στην κυτταρική επιφάνεια. Αλλού[7] έχει προταθεί ότι η ρεσβερατρόλη αυξάνει τα επίπεδα ενδοκανναβινοειδών, πράγμα που αυξάνει την ενεργοποίηση CB1, προκαλώντας νευροπροστατευτική επίδραση. Μια προηγούμενη έκθεση του 2009 διαπίστωσε[8] ότι η ρεσβερατρόλη αναστέλλει τον CB1 με υψηλή συγγένεια, αλλά οι συγγραφείς απέσυραν αυτό το έγγραφο όταν οι μελέτες παρακολούθησης δεν μπόρεσαν να αναπαράγουν το αποτέλεσμα.
[6] Gianfranca Carta, Laura Poddighe, Maria Pina Serra, Marianna Boi, Tiziana Melis, Sara Lisai, Elisabetta Murru, Laura Muredda, Maria Collu, Sebastiano Banni, Marina Quartu “Preventive Effects of Resveratrol on Endocannabinoid System and Synaptic Protein Modifications in Rat Cerebral Cortex Challenged by Bilateral Common Carotid Artery Occlusion and Reperfusion” (Προληπτικές επιδράσεις της ρεσβερατρόλης στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα και των τροποποιήσεων της συναπτικής πρωτεΐνης στον εγκεφαλικό φλοιό των αρουραίων που προκαλείται από την διχαλωτή απόφραξη και επαναδιάχυση της κοινής καρωτιδικής αρτηρίας) Int J Mol Sci. 2018 Feb;19(2):426.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC5855648/
Περίληψη
“Αυτή η μελέτη στοχεύει στην αξιολόγηση των υποτιθέμενων ρόλων μίας μόνο οξείας δόσης ρεσβερατρόλης (RVT) στην πρόληψη εγκεφαλικού οξειδωτικού στρες που προκαλείται από αμφίπλευρη απόφραξη της κοινής καρωτιδικής αρτηρίας, ακολουθούμενη από επαναιμάτωση (BCCAO/R) και τη διερεύνηση της ικανότητας του RVT να διατηρεί τη δομική ακεραιότητα νευρώνων. Οι fontal και temporal-occipital cortices εξετάσθηκαν σε δύο ομάδες ενηλίκων αρουραίων Wistar, που εγχειρίστηκαν και υποβλήθηκαν σε BCCAO/R. Και στις δύο ομάδες, 6 ώρες πριν από τη χειρουργική επέμβαση, οι μισοί αρουραίοι έλαβαν μέσω τροφικού καθετήρα RVT (40mg/ανά αρουραίο σε 300 μL ηλιελαίου ως όχημα), ενώ οι άλλοι μισοί έλαβαν μόνο το όχημα. Στον μετωπιαίο φλοιό, η προεπεξεργασία με RVT παρεμπόδισε την αύξηση των λιποπεροξειδίων που προκαλείται από BCCAO/R, αυξημένες συγκεντρώσεις παλμιτοϋλαιθανολαμίδης και εικοσιδυαενοϊκού οξέος, αυξημένα σχετικά επίπεδα των υποδοχέων κανναβινοειδών τύπου 1 (CB1) και 2 (CB2) και peroxisome-proliferator-activated-receptor (ΡΡΑΚ)-α πρωτεϊνών. Η αυξημένη έκφραση των υποδοχέων CB1/CB2 αντικατοπτρίζει αυτή της συναπτοφυσίνης και της μετασυναπτικής πυκνότητας-95 πρωτεΐνης. Δεν προκλήθηκαν μεταβολές που προκλήθηκαν από BCCAO/R στον temporal-occipital cortex. Συλλογικά, τα αποτελέσματα μας καταδεικνύουν ότι στον μετωπιαίο φλοιό, η προεπεξεργασία RVT προλαμβάνει το επαγόμενο από BCCAO/R οξειδωτικό στρες και ρυθμίζει τα συστήματα ενδοκανναβινοειδές και PPAR-α. Η αυξημένη έκφραση των συναπτικών δομικών πρωτεϊνών υποδηλώνει περαιτέρω την πιθανή αποτελεσματικότητα του RVT ως συμπλήρωμα διατροφής για τη διατήρηση του μεταβολισμού του νευρικού ιστού και για τον έλεγχο της φυσιολογικής απόκρισης στην πρόκληση υποαιμάτωσης/ επαναιμάτωσης”.
[7] Hassanzadeh P, Arbabi E, Atyabi F, Dinarvand R “The endocannabinoid system and NGF are involved in the mechanism of action of resveratrol: a multi-target nutraceutical with therapeutic potential in neuropsychiatric disorders” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και ο NGF εμπλέκονται στον μηχανισμό δράσης της ρεσβερατρόλης: μια πολλαπλών στόχων θεραπείας με θεραπευτικό δυναμικό σε νευροψυχιατρικές διαταραχές) Psychopharmacology (Berl). 2016 Mar;233(6):1087-96.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/26780936
Περίληψη
“ΛΟΓΙΚΗ: Η ρεσβερατρόλη είναι πολυφαινολική ένωση με αντιοξειδωτικά, αντιφλεγμονώδη και νευροπροστατευτικά αποτελέσματα. Έχει επίσης επιδείξει αντικαταθλιπτικά αποτελέσματα στις μελέτες συμπεριφοράς. Ωστόσο, ο (οι) μηχανισμός (-οι) δράσης της αξίζει (-ουν) περαιτέρω αξιολόγηση.
ΣΤΟΧΟΙ: Η αλληλεπίδραση μεταξύ του παράγοντα ανάπτυξης νεύρου (nerve growth factor, NGF) και του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος (eCBs) και η συμβολή τους στην αντικαταθλιπτική ή συναισθηματική δραστηριότητα μας ώθησαν να αξιολογήσουμε τις επιπτώσεις τους στον μηχανισμό δράσης της ρεσβερατρόλης.
ΜΕΘΟΔΟΙ: Μετά από εφάπαξ και 4 εβδομάδες ενδοπεριτοναϊκές (ip) εφάπαξ εγχύσεις ρεσβερατρόλης (40, 80 και 100mg/kg), η αμιτριπτυλίνη (2,5, 5 και 10mg/kg) ή η κλοναζεπάμη (10, 20 και 40mg/kg) σε αρσενικούς αρουραίους Wistar, τα ποσοστά eCB και NGF ποσοτικοποιήθηκαν στις περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαμόρφωση συναισθημάτων μεisotope-dilution liquid chromatography/mass spectrometry και Bio-Rad protein assay, αντίστοιχα. Στην περίπτωση οποιασδήποτε σημαντικής μεταβολής του επιπέδου eCB ή NGF στον εγκέφαλο, διερευνήθηκε η επίδραση της προ-θεραπείας με ανταγωνιστή υποδοχέα κανναβινοειδών CB1 ή CB2 (ΑΜ251 ή SR144528).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η θεραπεία διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων με ρεσβερατρόλη ή αμιτριπτυλίνη οδήγησε σε σημαντική και παρατεταμένη αύξηση των περιεχομένων του NGF και του eCB σε δοσοεξαρτώμενο και ειδικό για τον εγκέφαλο τρόπο. Ούτε η οξεία, ούτε η θεραπεία 4 εβδομάδων με κλοναζεπάμη επηρέασε το επίπεδο eCB ή NGF στον εγκέφαλο. Η προκατεργασία με AM251 (3mg/kg), αλλά όχι SR144528, απέτρεψε την αύξηση των επιπέδων πρωτεΐνης NGF. Το AM251 δεν έδειξε κανένα αποτέλεσμα από μόνο του.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ρεσβερατρόλη, όπως το κλασσικό αντικαταθλιπτικό, η αμιτριπτυλίνη, επηρεάζει την σηματοδότηση του εγκεφάλου NGF και του ΕCB υπό την κανονιστική κίνηση των υποδοχέων CB1.
[8] (Αποσύρθηκε 6 Οκτωβρίου 2009) Seely KA, Levi MS, Prather PL “The dietary polyphenols trans-resveratrol and curcumin selectively bind human CB1 cannabinoid receptors with nanomolar affinities and function as antagonists/inverse agonists” (Οι διατροφικές πολυφαινόλες trans-ρεσβερατρόλη και κουρκουμίνη επιλεκτικά δεσμεύουν ανθρώπινους υποδοχείς κανναβινοειδών CB1 με νανομοριακές συγγένειες και λειτουργούν ως ανταγωνιστές/ αντίστροφοι αγωνιστές) J Pharmacol Exp Ther. 2009 Jul;330(1):31-9.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/19359525
Περίληψη
“Οι διατροφικές πολυφαινόλες trans-ρεσβερατρόλη [5-[(1E)-2-(4-hydroxyphenyl)ethenyl]-1,3-benzenediol, που βρίσκεται στο κόκκινο κρασί] και η κουρκουμίνη [1,7-bis(4-hydroxy-3-methoxyphenyl)-1E,6E-heptadiene-3,5-dione] (που βρίσκεται σε σκόνες κάρι / curry), ασκούν αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτικά αποτελέσματα μέσω φτωχά καθορισμένων μηχανισμών. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα κανναβινοειδή, που προέρχονται από το φυτό της κάνναβης (Cannabis sativa), παράγουν παρόμοια προστατευτικά αποτελέσματα μέσω των υποδοχέων CB1 και CB2. Εξετάσαμε αν η trans-ρεσβερατρόλη, η κουρκουμίνη και το ASC-J9 [1,7-bis(3,4-dimethoxyphenyl)-5-hydroxy-1E,4E,6E-heptatriene-3-one] (ένα ανάλογο της κουρκουμίνης) ενεργούν ως συνδέτες στους υποδοχείς κανναβινοειδών. Και οι τρεις δεσμεύονται σε ανθρώπινους (h) CB1 και σε CB1 υποδοχείς ποντικών με νανομοριακές συγγένειες, εμφανίζοντας μόνο μικρομοριακές συγγένειες για υποδοχείς hCB2. Χαρακτηριστικά των αντίστροφων αγωνιστών, οι πολυφαινόλες αναστέλλουν τη βασική δραστικότητα πρωτεΐνης G σε μεμβράνες που παρασκευάζονται από κύτταρα ωοθήκης κινέζικου χάμστερ (CHO)-hCB1 ή εγκεφάλου ποντικού που αναστρέφεται από έναν ουδέτερο ανταγωνιστή CB1. Επιπλέον, ανταγωνίζονται ανταγωνιστικά την ενεργοποίηση της πρωτεΐνης G που παράγεται από έναν αγωνιστή CB1. Σε ανέπαφα κύτταρα CHO-hCB1, οι πολυφαινόλες δρουν ως ουδέτεροι ανταγωνιστές, χωρίς να παράγουν αποτελέσματα όταν ελέγχονται μόνες, ενώ ανταγωνίζονται ανταγωνιστικά την προκαλούμενη από συναγωνιστή CB1 αναστολή της δραστικότητας αδενυλυλοκυκλάσης. Επιβεβαιώνοντας το ουδέτερο ανταγωνιστικό τους προφίλ σε κύτταρα, οι πολυφαινόλες παρομοίως εξασθενούν διέγερση της δραστικότητας αδενυλυλοκυκλάσης που παράγεται από έναν αντίστροφο αγωνιστή CB1. Σε ποντικούς, οι πολυφαινόλες αντιστρέφουν την δόση ανάλογα με την δόση που προκαλείται από έναν αγωνιστή CB1. Κατά την επανειλημμένη χορήγηση, οι πολυφαινόλες επίσης μειώνουν το σωματικό βάρος σε ποντικούς, παρόμοια με εκείνα που παράγονται από έναν ανταγωνιστή / αντίστροφο αγωνιστή CB1. Τέλος, η trans-ρεσβερατρόλη και η κουρκουμίνη μοιράζονται κοινά δομικά μοτίβα με άλλους γνωστούς συνδέτες υποδοχέα κανναβινοειδών. Συλλογικά, προτείνουμε ότι η trans-ρεσβερατρόλη και η κουρκουμίνη δρουν ως ανταγωνιστές / αντίστροφοι αγωνιστές στους υποδοχείς CB1 σε σχετικές διαιτητικές συγκεντρώσεις. Επομένως, αυτές οι πολυφαινόλες και τα παράγωγά τους μπορεί να αναπτυχθούν ως νέα, μη τοξικά CB1 θεραπευτικά για την παχυσαρκία ή/και για την εξάρτηση από ουσίες”.

Εδώ είναι και άλλα παραδείγματα κανναβιμιμητικών φυτών:


Ομοιάζουσες με φυτοκανναβινοειδή ενώσεις
Ορισμένα φυτά παράγουν ενώσεις σχεδόν πανομοιότυπες με τα φυτοκανναβινοειδή, αλλά με τροποποιημένες μοριακές “ουρές”. (Η THC και η προπυλική παραλλαγή της, η THCV είναι πανομοιότυπες εκτός από τις ουρές τους, όμως η πρώτη ενεργοποιεί τον CB1, ενώ η τελευταία τον μπλοκάρει). Παρόμοια με τα 100 και πλέον δευτερεύοντα κανναβινοειδή που βρίσκονται στα τριχώματα της κάνναβης, οι δραστηριότητες των περισσότερων από αυτά τα μόρια είναι μόνο εν μέρει κατανοητά.
* Το περροττετινένιο (perrottetinene), που προέρχεται από κάποια βρύα και είδη μαρσαντιόφυτων, έχει μια ελαφρώς ογκώδη ουρά από ότι αυτή της THC και ενεργοποιεί τους υποδοχείς CB1 και CB2.
* Μερικά από τα ανάλογα κανναβιδιόλης (CBD)[9] παράγονται από όσπρια της οικογένειας Fabaceae, αλλά οι δραστηριότητες των κανναβινοειδών τους είναι άγνωστες. Αυτά τα μιμητικά κανναβιδιόλης (CBD-mimics) έχουν πιο άκαμπτες ουρές που είναι μεγάλες όπως στο περροττετινένιο.
* Η κανναβιγερόλη (CBG)[10] η ίδια, μπορεί να παραχθεί από το Helichrysum umbraculigerum. Αυτό είναι το μόνο γνωστό παράδειγμα ενός από τα “κλασσικά” φυτοκανναβινοειδή που παράγονται από άλλο φυτό.
* Χημικά όπως το κανναβιχρωμενικό οξύ (CBCA) παράγονται από Rhododendron και μυκητιακά είδη για να εξουδετερώσουν τον ανταγωνισμό, είτε αυτός είναι μυκητιασικός, βακτηριακός ή ιικός.
[9] “Cannabidiol” (Κανναβιδιόλη) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/cannabidiol
[10] “Cannabigerol” (Κανναβιγερόλη) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/cannabigerol

Ενισχυτές ενδοκανναβινοειδούς
Οι υποδοχείς κανναβινοειδών είναι ένα βασικό συστατικό του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος, το οποίο χρησιμοποιεί επίσης μεταβολικά ένζυμα και μεταφορείς (πρωτεΐνες δέσμευσης λιπαρών οξέων) για τη ρύθμιση των επιπέδων των ενδοκανναβινοειδών. Πολλές ενώσεις φυτών στοχεύουν αυτές τις πρωτεΐνες για να επηρεάσουν έτσι το ΕΚΣ.
* Η αλόη βέρα, η σόγια και πολλά άλλα φυτά παράγουν καμφερόλη (kaempferol), η οποία εμποδίζει και καθυστερεί την υποβάθμιση του ανανδαμιδίου.
* Η σόγια, το αλφάλφα, τα φιστίκια και άλλα φυτά συνθέτουν βιοχανίνη Α (biochanin A), η οποία μπορεί επίσης να εμποδίσει τη διάσπαση του ανανδαμιδίου από το FAAH.
* Η ευφόλη (euphol), από τον “Pencil cactus” ή το Euphorbia tirucalli, εμποδίζει τη διάσπαση του κανναβινοειδούς 2-AG στο σώμα από λιπάση μονοακυλγλυκερόλης. Τα εκχυλίσματα του χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του πόνου.
* Δύο τερπένια, α– και β-αμυρίνη (α- & β-amyrin), προλαμβάνουν τη διάσπαση του 2-AG και έχουν επιδείξει ευεργετικά αποτελέσματα σε ένα μοντέλο παγκρεατίτιδας. Οι αμυρίνες βρίσκονται σε είδη ficus, ευκαλύπτου, λαχανικών και άλλων ειδών.

CB2 αγωνιστές
Ο CB2 είναι ο κανναβινοειδής υποδοχέας[11] που έχει επιφορτιστεί με την πρόληψη της φλεγμονώδους βλάβης. Η ενεργοποίηση του CB2 μπορεί να βελτιώσει τις κοινές ασθένειες χρόνιας φλεγμονής, την παχυσαρκία, την νευροεκφυλίωση και τις αυτοάνοσες διαταραχές.
* Η σελαστρόλη (celastrol) ενεργοποιεί τον υποδοχέα CB2, προκαλώντας αντιφλεγμονώδη δράση που μπορεί να εξηγήσει το γιατί χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική για τη θεραπεία της αρθρίτιδας, της αθηροσκλήρωσης και του Λύκου.
* Τα λιπαρά οξέα που προέρχονται από την εχινάκεια (Echinacea) ενεργοποιούν τον CB2 και τους σχετικούς αντιφλεγμονώδεις υποδοχείς.
* Ο φλοιός μαγνόλιας (Magnolia) περιέχει δύο πολυφαινόλες, την χονοκιόλη (honokiol) και την μαγνολόλη (magnolol), που ενεργοποιούν ασθενώς τον υποδοχέα CB2.
[11] “Receptor” (Υποδοχέας) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/receptor

Διπλοί συνδέτες κανναβινοειδούς υποδοχέα
Ορισμένα κανναβινοειδή δεν δεσμεύονται σε έναν μόνο υποδοχέα, αλλά έχουν συγγένεια τόσο για τον CB1 όσο και για τον CB2. Τόσο η THC όσο και η 2-AG έχουν σημαντική δραστηριότητα σε αυτό το ζεύγος υποδοχέων. Ομοίως και μερικές ενώσεις φυτών.
* Τα πιο χρωματιστά μούρα περιέχουν κυανιδίνη (cyanidin), η οποία δεσμεύεται και στους δύο υποδοχείς κανναβινοειδών, παρέχοντας ένα νευροπροστατευτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, ορισμένοι μεταβολίτες της κυανιδίνης αναστέλλουν τους υποδοχείς κανναβινοειδών, υποδηλώνοντας ότι τα μούρα είναι ομοιοστατικοί ρυθμιστές που εξισορροπούν τον ενδοκανναβινοειδή τόνο.
* Οι ανθοκυανίνες (anthocyanins) δίνουν στα φρούτα τα πορφυρά, μαύρα και μπλε χρώματα τους. Πέρα από την κυανιδίνη, χημικές ουσίες όπως η πεονιδίνη (peonidin) και η δελφινιδίνη (delphinidin) δεσμεύονται και στους δύο υποδοχείς κανναβινοειδών.
* Η αυρογλαυσίνη (auroglaucin), που προέρχεται από έναν μύκητα aspergillus, δεσμεύεται τόσο στους υποδοχείς κανναβινοειδών όσο και στους υποδοχείς οπιοειδών. Το αν ενεργοποιεί ή αναστέλλει τους υποδοχείς κανναβινοειδών είναι ακόμη άγνωστο.

CB1 ανταγωνιστές
Το μπλοκάρισμα της δραστηριότητας του CB1 έχει δείξει υπόσχεση για αρκετές μεταβολικές συνθήκες. Οι φυτικοί και διαιτητικοί ανταγωνιστές CB1 μπορεί να έχουν ευεργετικές επιδράσεις στο έντερο χωρίς να προκαλούν ανεπιθύμητες παρενέργειες στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
* Το βράσιμο των φύλλων τραγιού εκχυλίζει κατεχίνη (catechin), μια φλαβανόλη που μπορεί να αναστείλει την σηματοδότηση του υποδοχέα CB1 και μπορεί να ρυθμίσει την ινσουλίνη, τη χοληστερόλη και την αρτηριακή πίεση.
* Τα καρότα παράγουν καροτοξίνη (carotatoxin), η οποία έχει το επίσημο όνομα φαλκαρινόλη (falcarinol). Είναι ένας αντίστροφος αγωνιστής[12] του CB1, που σημαίνει ότι όχι μόνο θα εμποδίσει τη δραστηριότητα CB1, αλλά θα μειώσει τη σηματοδότηση CB1 κάτω από το κανονικό επίπεδο.
* Ορισμένα είδη γλυκόριζας δημιουργούν το ατυχώς ονομαζόμενο 18β-γλυκυρρενικό οξύ (18β-glycyrrhetnic acid), το οποίο προσδίδει αποτελέσματα κατά της παχυσαρκίας μειώνοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ του ενδογενούς ανανδαμιδίου και του CB1.
* Ένα μικρό αφρικανικό δέντρο, το Voacanga africana, παράγει τρεις εξαιρετικά πολύπλοκους ανταγωνιστές CB1, που ονομάζονται voacangines, οι οποίες είναι χημικώς παρόμοιες με την ιμπογκαΐνη (ibogaine)[13]. Η ιμπογκαΐνη είναι παράγωγο του iboga, του ψυχεδελικού φυτού της Δυτικής Αφρικής.
[12] “Agonist” (Αγωνιστής) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/agonist
[13] “Ibogaine therapy” (Θεραπεία με ιμπογκαΐνη) https://maps.org/research/ibogaine-therapy

CB1 ανταγωνιστές / CB2 αγωνιστές
Οι συνδέτες που αυξάνουν τη δραστηριότητα του CB2 ενώ δεσμεύουν τον CB1 δείχνουν υπόσχεση για τη θεραπεία εθιστικών και μεταβολικών διαταραχών.
* Πολλά φυτά του γένους των θάμνων Zanthoxylum παράγουν γ-σανσχοόλη (γ-sanshool), η οποία ενεργοποιεί τον CB2 ενώ ταυτόχρονα εμποδίζει τον CB1. Η κάνναβη παράγει THCV, η οποία έχει επίσης αυτή τη διπλή δράση, αν και η γ-σανχοόλη είναι ένα μακρύ, εύκαμπτο, λιπαρό μόριο, που είναι δομικώς περισσότερο σαν το ανανδαμίδιο (το ενδοκανναβινοειδές) από ότι την THCV (το φυτοκανναβινοειδές).

Δέσμευση σε μη-κανναβινοειδείς υποδοχείς
Οι επιδράσεις αυτών και άλλων ενώσεων από φυτά εκτείνονται πολύ πιο πέρα από το κλασικό σύστημα ενδοκανναβινοειδών. Τα φυτοκανναβινοειδή και τα ενδοκανναβινοειδή αλληλεπιδρούν άμεσα με τους διαύλους ιόντων TRP και τους υποδοχείς PPAR (στον πυρήνα του κυττάρου) που ρυθμίζουν την έκφραση γονιδίων. Οι υποδοχείς TRP και τα PPAR ρυθμίζονται επίσης από διάφορα φυτικά χημικά.
* Ένα λευκό είδος σημύδας παράγει βετουλινικό οξύ (betulinic acid), το οποίο δεσμεύει τους CB1, CB2 και ενεργοποιεί τους υποδοχείς PPAR.
* Η αμορφρουτίνη (amorfrutin) είναι μια κατηγορία μορίων που μοιάζουν με την CBG που συντίθενται από πολυάριθμα φυτά, ιδιαίτερα από τα είδη ηλίανθου στο γένος Helichrysum. Ορισμένες αμορφουτίνες είναι αγωνιστές PPARγ.

Τα είδη πιπεριού
Το γένος πιπεριού της Δυτικής Αφρικής, Piper, μπορεί να είναι μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες με κανναβιμιμητικές ενώσεις, με πολλά είδη του να παράγουν κανναβινοειδείς ρυθμιστές. Η γουινεσίνη (guineensine), παρούσα στο μαύρο πιπέρι που συνοδεύει το αλάτι στο τραπέζι μας, ενισχύει τον ενδοκανναβινοειδή τόνο παρεμποδίζοντας και καθυστερώντας την επαναπρόσληψη ενδοκανναβινοειδών.

Το μαύρο πιπέρι περιέχει επίσης πιπερίνη (piperine), έναν ισχυρό ρυθμιστή του υποδοχέα TRPV1, ο οποίος εμπλέκεται στον πόνο και στον νευροεκφυλισμό. Το ανανδαμίδιο και η CBD δεσμεύονται επίσης με τον TRPV1.

Ένα άλλο κανναβιμιμητικό είδος Piper methysticum, είναι γνωστό ως kava. Ιστορικά, το kava έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ημικρανιών, αϋπνίας, εμμηνορροϊκών προβλημάτων, απώλειας βάρους και σπασμών. Παράγει πολλές ισχυρές χημικές ουσίες, συμπεριλαμβανομένης της ιαγκονίνης (yangonin), η οποία δεσμεύεται στον υποδοχέα CB1. Το αν η ιαγκονίνη ενεργοποιεί ή αναστέλλει τον CB1 είναι επί του παρόντος ασαφές.

Σε οποιαδήποτε συζήτηση για τα κανναβινοειδή θα ήταν αμέλεια το να αγνοηθεί το β-καρυοφυλλένιο (β-caryophyllene / caryophyllene ή BCP), ένα τερπένιο[14] που έχει βρεθεί στην κάνναβη, σε πολλά φυλλώδη πράσινα λαχανικά και στο μαύρο πιπέρι. Το καρυοφυλλένιο είναι ένα αντιφλεγμονώδες χημικό που ενεργοποιεί δυναμικά τον CB2. Είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς η δίαιτα επηρεάζει άμεσα τον ενδοκανναβινοειδή τόνο. Οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες του καρυοφυλλένιου είναι σημαντικές για την παχυσαρκία, τον διαβήτη τύπου 2 και άλλες μεταβολικές επιπλοκές: “Η κατανάλωση μόλις 4mg/kg/ημέρα μπορεί να το καταστήσει ως ένα αποτελεσματικό αντιφλεγμονώδες” δήλωσε ο Dr. Ethan Russo[15].
[14] “Terpene” (Τερπένιο) https://www.projectcbd.org/cannabis-terms/terpene
[15] Russo EB “Beyond Cannabis: Plants and the Endocannabinoid System” (Πέρα από την κάνναβη: Τα φυτά και το ενδοκανναβινοειδές σύστημα) Trends Pharmacol Sci. 2016 Jul;37(7):594-605.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/27179600
(βλ. παρακάτω, δημοσιεύεται όλη η μελέτη μεταφρασμένη)

Το εξελικτικό κίνητρο
Ποια είναι η εξελικτική ώθηση για τη δημιουργία κανναβινοειδών; Ακόμη και οι μονοκύτταροι οργανισμοί όπως τα κυανοβακτήρια (cyanobacteria), ο απόγονος των αρχικών φωτοσυνθετικών βακτηρίων, παράγουν χημικές ουσίες που δρουν στους υποδοχείς κανναβινοειδών. Αλλά οι υποδοχείς κανναβινοειδών εξελίχθηκαν πολύ αργότερα, αρχικά εμφανίστηκαν στην αρχαία ύδρα[16] πριν από 500 εκατομμύρια χρόνια περίπου.
[16] “Ηydra (genus)” (Ύδρα, το γένος) https://en.wikipedia.org/wiki/Hydra_(genus)

Δεν είναι ακόμη σαφές γιατί τα φυτά παράγουν κανναβινοειδή χωρίς να τα συνδέουν και οι αντίστοιχοι υποδοχείς. Μερικά έντομα κάνουν το ίδιο. Μπορεί να υπάρχει ένας μηχανισμός με τον οποίο τα φυτά ρυθμίζονται με τα φυτοκανναβινοειδή. Στον άνθρωπο, το ΕΚΣ έχει εξελιχθεί σε ένα ομοιοστατικό σύστημα, έναν θεμελιώδη προσαρμοστικό μηχανισμό που επιτρέπει στο σώμα μας να διατηρεί την υγεία του μέσα από τα άγχη της ζωής.

Ένα ιατρικό μέσα στον χρόνο
Η CBD έχει τραβήξει πάνω της όλη την δημοσιότητα[17] αυτήν την περίοδο. Έχει γίνει μια μόδα ευεξίας. Και ενώ είναι πολύ συνηθισμένο να κολλάμε στην χρήση ενός και μόνου συστατικού της κάνναβης (πριν ήταν μόνο η THC… και τίποτα άλλο), ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι η βοτανοθεραπεία με όλες της τις ενώσεις προσφέρει αμέτρητες θεραπείες που σχετίζονται με τη σύγχρονη ασθένεια.
[17] “What is CBD?” (Τι είναι η CBD;) https://www.projectcbd.org/cbd-101/what-is-cbd

Το απομονωμένο μόριο (χημική ένωση) CBD και το απομονωμένο μόριο THC είναι και τα δύο ουσίες που έχουν εγκριθεί από την FDA. Ωστόσο, τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν απομονωμένες φυτικές χημικές ενώσεις (από την κάνναβη) δεν είναι εγγενώς ανώτερα από τις συνθέσεις με περιεχόμενο πολλαπλών συστατικών, από ολόκληρα φυτά (ή πλήρους εκχύλισης). Η φαρμακευτική ανάπτυξη των κανναβινοειδών θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοσιακή γνώση και στα λαϊκά φάρμακα, τα οποία συχνά περιλαμβάνουν ένα μείγμα από διάφορα βότανα, συμπεριλαμβανομένης και της κάνναβης που είναι πλούσια σε CBD, κάτι που αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φαρμακοποιίας εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Δεν είναι το κάθε βότανο ασφαλές, αλλά έχουμε μεγάλη γνώση λόγω πρότερης εκτενούς χρήσης. Τουλάχιστον με τα βότανα έχουμε ένα μακρύ, επιτυχημένο ιστορικό, ενώ η νέα φαρμακευτική εξέλιξη μας οδήγησε σε αδιέξοδο με τις κλιμακούμενες παρενέργειες, με την ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά και με τις φαρμακανθεκτικές εκφυλιστικές νόσους. Καθώς καλωσορίζουμε την κάνναβη πίσω στο πάνθεο των φαρμακευτικών βοτάνων, ας αποδώσουμε την πρέπουσα τιμή στα “ακατέργαστα” φυτά που έχουν διατηρήσει την υγεία της ανθρωπότητας εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Σχετικά άρθρα:
* “The Endocannabinoid System” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα) https://www.projectcbd.org/science/endocannabinoid-system-0
* “Cannabis and the Immune System: A Complex Balancing Act” (Η κάνναβη και το ανοσοποιητικό σύστημα: μια περίπλοκη δραστηριότητα εξισορρόπησης) https://www.projectcbd.org/scien…/cannabis-and-immune-system
* “I’m Just Mad About Saffron” (Είμαι απλά τρελαμένος με σαφράν / τον κρόκο) https://www.projectcbd.org/…/other-plants-work-like-cannabis
* “Weed Power: Milk Thistle, Liver Disease & the Endocannabinoid System” (Η ισχύς των βοτάνων: Το γάλα γαϊδουράγκαθου, η ηπατική νόσος και το ενδοκανναβινοειδές σύστημα) https://www.projectcbd.org/milk-thistle-liver-and-endocanna…
* “Diet & the Endocannabinoid System: Food for Thought” (Η διατροφή και το ενδοκανναβινοειδές εύστημα: “Τροφή” για σκέψη) https://www.projectcbd.org/food-for-thought-diet-cannabis-a…
* “How CBD Works” (Πώς λειτουργεί η CBD) https://www.projectcbd.org/science/how-cbd-works

Και μια μελέτη (από τις πολλές):
* Di Marzo V, Piscitelli F “The Endocannabinoid System and its Modulation by Phytocannabinoids” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η διαμόρφωση του από τα φυτοκανναβινοειδή) Neurotherapeutics. 2015 Oct;12(4):692-8.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/26271952
Περίληψη
“Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα ορίζεται σήμερα ως το σύνολο των υποδοχέων των δύο υποδοχέων της 7-διαμεμβρανικής περιοχής και της πρωτεΐνης G που συνδέονται με το Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλης (αλλά όχι για τα περισσότερα φυτικά κανναβινοειδή ή φυτοκανναβινοειδή) κανναβινοειδή υποδοχέα τύπου 1 (CB1R) και κανναβινοειδή υποδοχέα τύπου 2 (CB2R). Τους δύο πλέον μελετημένους ενδογενείς συνδέτες, τα ‘ενδοκανναβινοειδή’, την Ν-αραχιδονουλεθανολαμίνη (ανανδαμίδιο) και την 2-αραχιδονυλογλυκερόλη (2-AG) και τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό των ενδοκανναβινοειδών. Ωστόσο, το ανανδαμίδιο και η 2-AG, καθώς και τα φυτοκανναβινοειδή, έχουν περισσότερους μοριακούς στόχους από ότι μόνο στους CB1R και CB2R. Επιπλέον, τα ενδοκανναβινοειδή, όπως και οι περισσότεροι μεσολαβητές λιπιδίων, έχουν περισσότερα από ένα σύνολο βιοσυνθετικών και αποικοδομητικών οδών και ενζύμων, τα οποία συχνά μοιράζονται με μεσολαβητές τύπου ‘ενδοκανναβινοειδούς’ που μπορεί να αλληλεπιδράσουν ή όχι με τις ίδιες πρωτεΐνες όπως η Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλη και άλλα φυτοκανναβινοειδή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι αποικοδομητικές οδοί και ένζυμα οδηγούν σε μόρια που δεν είναι ανενεργά και αντ’ αυτού αλληλεπιδρούν με άλλους υποδοχείς. Τέλος, μερικά από τα μεταβολικά ένζυμα μπορούν επίσης να συμμετέχουν στη χημική τροποποίηση των μορίων που έχουν ελάχιστα αποτελέσματα σε σχέση με τους στόχους των ενδοκανναβινοειδών και των κανναβινοειδών. Εδώ, εξετάζουμε ολόκληρο τον κόσμο των συνδετών, των υποδοχέων και των ενζύμων, ένα πραγματικό ‘endocannabinoidome’ που ανακαλύφθηκε μετά την κλωνοποίηση των CB1R και CB2R και την ταυτοποίηση του ανανδαμιδίου και της 2-AG και των αλληλεπιδράσεών του με φυτοκανναβινοειδή.
Συμπεράσματα: Η αλληλεπικάλυψη μεταξύ ‘endocannabinoidome’ και ‘phytocannabinoidome’
Από τα στοιχεία που αναλύονται σε αυτό το άρθρο, είναι σαφές ότι το ‘endocannabinoidome’ και το σύνολο των φυτικών κανναβινοειδών και οι μοριακοί στόχοι τους, που θα μπορούσαν να οριστούν κατ’ αναλογία με το ‘phytocannabinoidome’, επικαλύπτονται σε κάποιο βαθμό. Οι κοινότητες μεταξύ αυτών των 2 ‘domes’ είναι ακόμα πιο εντυπωσιακές εάν εξετάσουμε εναλλακτικούς στόχους (δηλαδή, άλλους από τους υποδοχείς CB και τους διαύλους θερμικού TRP) που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα ως διαμεσολαβητές που ομοιάζουν με ενδοκανναβινοειδή και με φυτοκανναβινοειδή. Όταν αυτοί οι στόχοι είναι υποδοχείς, ανήκουν σε όλες τις 3 κύριες κατηγορίες υποδοχέων, δηλ. GPCRs, ευαίσθητους σε συνδέτες διαύλους ιόντων και πυρηνικούς υποδοχείς. Συγκεκριμένα: 1) ο ορφανός υποδοχέας GPCR, GPR55, έχει προταθεί ότι δρα ως στόχος και για τα δύο κανναβινοειδή, δηλαδή την THC και την CBD, τα οποία φαίνεται να δρουν ως αγωνιστές και ανταγωνιστές αντίστοιχα για αυτόν τον υποδοχέα και η παλμιτοϋλαιθανολαμίνη, φαίνεται να είναι ένας αγωνιστής. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν αμφιλεγόμενες ενδείξεις ότι το ανανδαμίδιο και η 2-AG μπορούν επίσης να ενεργοποιήσουν τον GPR55 και το πρόσφατο εύρημα των ετερομερών CB1-GPR55 μπορεί να εξηγήσει γιατί ορισμένοι συγγραφείς έχουν διαπιστώσει ότι τα 2 ενδοκανναβινοειδή ενεργοποιούν άμεσα αυτόν τον ορφανό GPCR και τα περισσότερα άλλα δεν το κάνουν. Ένας άλλος ορφανός GPCR, ο GPR18, ενεργοποιείται αντ’ αυτού από τη Ν-αραχιδονουλο-γλυκίνη και από ένα συνθετικό αναλογικό της CBD γνωστό ως ανώμαλη-κανναβιδιόλη (abnormal-cannabidiol). 2) Τα κανάλια Ca2+ Ttype έχουν προταθεί ότι αναστέλλονται με αμίδια ακόρεστων λιπαρών οξέων μακράς αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένων μερικών Ν-ακυλενοανολαμινών, Ν-ακυλο-σεροτονινών και Ν-ακυλοπαπαμινών και της THC και της CBD. 3) ο ενεργοποιημένος από πολλαπλασιαστή υπεροξυσωμάτων υποδοχέας-α ενεργοποιείται και από αμφότερα τα συγγενή ανανδαμίδια όπως η Ν-παλμιτοϋλαιθανολαμίνη και η Ν-ολεϋλαιθανολαμίνη, οι οποίες έχουν σε αυτόν τον πυρηνικό υποδοχέα τον προτιμώμενο στόχο τους, καθώς και ορισμένα φυτικά και συνθετικά κανναβινοειδή. Αντίθετα, ο ΡΡΑΡγ ενεργοποιείται σε συγκεντρώσεις 1-10μΜ τόσο από την CBD όσο και από το ανανδαμίδιο ή από την 2-AG.
Ωστόσο, οι μεσολαβητές τύπου ενδοκανναβινοειδών έχουν επιπρόσθετους στόχους, τους οποίους δεν μοιράζονται με τα φυτοκανναβινοειδή και το ίδιο ισχύει για τα φυτοκανναβινοειδή. Επομένως, η αλληλεπικάλυψη μεταξύ του ‘endocannabinoidome’ και του ‘phytocannabinoidome’ είναι μόνο μερική. Περαιτέρω αλληλεπιδράσεις μπορούν να προβλεφθούν με βάση την ικανότητα αμφότερων των πολυακόρεστων μεσολαβητών που μοιάζουν με ενδοκανναβινοειδή και των φυτικών κανναβινοειδών να αναστέλλουν ή να οξειδώνονται από τις οξυγενάσες του κυτοχρώματος P450, το οποίο, θεωρητικά, επιτρέπει τα φυτοκανναβινοειδή, όταν χορηγούνται συστηματικά, να ρυθμίζουν τα επίπεδα των πολυακόρεστων μεσολαβητών που μοιάζουν με ενδοκανναβινοειδή. Τέλος, το κανναβιδιολικό οξύ, και πολύ λιγότερο το τετραϋδροκανναβινολικό οξύ, αναφέρθηκε ότι αναστέλλουν την κυκλοξυγενάση-2, αναστέλλοντας έτσι τον σχηματισμό όχι μόνο προσταταμιδίων αλλά και προσταγλανδινών-γλυκερόλης εστέρων. Ωστόσο, τέτοιες αλληλεπιδράσεις δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί in vivo. Παρομοίως, οι περισσότερες αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των ενδογενών και των ξενοβιοτικών ενώσεων και των στόχων που αναφέρονται σε αυτό το τμήμα έχει δειχθεί ότι συμβαίνουν in vitro και η σχέση τους με την in vivo φαρμακολογία δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί πλήρως. Είναι στην πραγματικότητα επίσης η συνειδητοποίηση ότι πρέπει ακόμη να γίνει πολύ δουλειά για να διαχωριστεί η φαρμακολογική σημασία του ‘endocannabinoidome’ και του ‘phytocannabinoidome’ και, ως εκ τούτου, να αξιολογηθεί πλήρως η βιολογική / θεραπευτική τους συνάφεια, κάτι που έχει πείσει πολλούς επιστήμονες που εργάζονται σε αυτό το θέμα στο να επικεντρωθούν μέχρι τώρα κυρίως στο ‘ενδοκανναβινοειδές σύστημα’ όπως αυτό ορίστηκε στις αρχές του αιώνα.
Ο ρόλος αυτού του συστήματος και η ικανότητα των πιο άφθονων φυτικών κανναβινοειδών, δηλαδή της THC και της CBD, να το διαμορφώσουν στο πλαίσιο της θεραπείας των νευρολογικών και νευροψυχιατρικών διαταραχών, είναι το θέμα αυτού του ειδικού θέματος και των επόμενων κεφαλαίων”.

Πέρα από την κάνναβη: Τα φυτά και το Ενδοκανναβινοειδές Σύστημα
(όλη η μέλετη)

(Αναδημοσίευση με μετάφραση της μελέτης: Russo EB(1) “Beyond Cannabis: Plants and the Endocannabinoid System”
Trends Pharmacol Sci. 2016 Jul;37(7):594-605.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/27179600 )
(1) PHYTECS, 204028 1st Avenue SW, Vashon, WA98070, USA

Περίληψη
“Τα φυτά αποτελούν την κυρίαρχη πηγή φαρμάκων στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας και παραμένουν και σήμερα ως τέτοια εκτός των βιομηχανοποιημένων κοινωνιών. Ένα από τα πιο ευέλικτα φυτά, από την άποψη της φυτοχημείας, είναι η κάνναβη, η έρευνα της οποίας οδήγησε άμεσα στην ανακάλυψη ενός μοναδικού και ευρέως διαδεδομένου ομοιοστατικού φυσιολογικού ρυθμιστή μέσα μας, του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος. Ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρξε η λαϊκή γνώση ότι μόνο η κάνναβη περιείχε δραστικούς παράγοντες που επηρεάζουν το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, τις τελευταίες δεκαετίες η έρευνα έχει διευρυνθεί και έχει ταυτοποιήσει πολυάριθμα επιπλέον φυτά των οποίων τα συστατικά τονώνουν, ανταγωνίζονται ή ρυθμίζουν…

Η συνέχεια του άρθρου σε μορφή pdf εδώ

Close Menu
×

Cart